Monday, March 26, 2007
Δες από την άλλη πλευρά
Μπορεί κανείς να διακρίνει μερικά πράγματα σε αυτούς τους τρούλους, αλλά όχι και πάρα πολλά. Οι γυαλιστερές καρτ ποστάλ, αν και τρομακτικά φωτεινές, επίπεδες και φτηνιάρικες σου επιτρέπουν να δεις πολύ περισσότερα.
Ασφυκτιώ και ζεσταίνομαι. Είμαι θλιμμένη. Ο πατέρας μου, που αγαπούσα τόσο πολύ, πέθανε! Κάποτε, πριν πολύ , πολύ καιρό, εδώ και σαράντα χρόνια σχεδόν είχε επισκεφθεί την Ραβέννα και μου έστειλε μια καρτ ποστάλ με ένα από τα περίφημα μωσαϊκά της. Στην πίσω πλευρά – με μολύβι για κάποιον λόγο, θα πρέπει να βιαζόταν – έγραψε, «Γλυκιά μου! Δεν έχω ξαναδεί ποτέ κάτι τόσο υπέροχο – δες από την άλλη πλευρά – σε ολόκληρη τη ζωή μου! Σε κάνει να θες να βάλεις τα κλάματα! Αχ και να’σουν εδώ! Ο πατέρας σου!»
Κάθε πρόταση τελειώνει με ένα παιδιάστικο θαυμαστικό – ήταν νέος, ήταν χαρούμενος, μπορεί και να΄χε πιει ένα ποτηράκι κρασί. Είναι σαν να τον βλέπω με το καπέλο του στραβά φορεμένο όπως το φόραγαν στα τέλη της δεκαετίας του 50, ένα τσιγάρο ανάμεσα στα λευκά του δόντια – που τότε ήταν ακόμα τα δικά του δόντια – σταγόνες ιδρώτα στο μέτωπό του. Ψηλός, αδύνατος, όμορφος : τα μάτια του λάμπουν ευτυχισμένα πίσω από τον μεταλλικό σκελετό των γυαλιών του ... Η κάρτα – την οποία έριξε σε ένα ταχυδρομικό κουτί και με ελαφριά την καρδιά την εμπιστεύτηκε σε δύο ταχυδρομικές υπηρεσίες που δεν μπορούσε κανείς να τους έχει καμία εμπιστοσύνη, την Ιταλική και την Ρωσική – απεικονίζει τον Παράδεισο : ο Κύριος κάθεται μέσα σε έναν εκτυφλωτικά πράσινο παράδεισο αιώνιας δροσιάς, όπου τα πρόβατα βόσκουν ολούθε τριγύρω. Αυτές οι δύο αναξιόπιστες ταχυδρομικές υπηρεσίες είχαν τσακίσει τις γωνίες της κάρτας, αλλά δεν πείραζε – το μήνυμα είχε ληφθεί και μπορούσες να δεις τα πάντα.
Αν υπάρχει Παράδεισος τότε ο πατέρας μου είναι εκεί. Που αλλού θα μπορούσε να είναι; Το ζήτημα όμως είναι πως είναι νεκρός – είναι νεκρός και δεν μου στέλνει πια κάρτες με θαυμαστικά. Δεν μου στέλνει πια μηνύματα από την άκρη του κόσμου : Είμαι εδώ, σ αγαπώ. Εσύ μ αγαπάς; Μοιράζεσαι την απόλαυση και τη χαρά μου; Βλέπεις την ομορφιά που αντικρίζω; Χαιρετίσματα! Είπα να σου στείλω μια κάρτα! Αυτή είναι μια φτηνή, γυαλιστερή φωτογραφία – ήμουν εδώ! Είναι υπέροχα! Αχ και να ήσουν κι εσύ εδώ!
Είχε ταξιδέψει σχεδόν σε ολόκληρο τον κόσμο και είχε αγαπήσει τον κόσμο. Τώρα, όσο τουλάχιστον μπορώ, ακολουθώ τα ίχνη του. Επισκέπτομαι τις ίδιες πόλεις και προσπαθώ να τις δω μέσα από τα μάτια του, προσπαθώ να τον φανταστώ νέο, να στρίβει σε αυτή τη γωνία, να ανεβαίνει αυτά τα σκαλιά, ν ακουμπάει στο παραπέτο αυτής της γέφυρας μ ένα τσιγάρο στα χείλη.
Αυτή τη φορά βρίσκομαι στη Ραβέννα, ένα μέρος πολύβουο και εξαντλητικό, όπως όλοι οι τουριστικοί προορισμοί όπου τα πλήθη γεμίζουν τα στενά δρομάκια. Είναι μια νεκρή, ζεστή πόλη χωρίς ένα παγκάκι όπου θα μπορούσε να καθίσει κανείς. Ο τάφος του Δάντη, σε εξορία από την Φλωρεντία όπου είχε γεννηθεί. Ο τάφος του Θεοντόριτς. Το μαυσωλείο της Galla Placidia, αδελφής του Φλάβιου Ονόριου, του ανθρώπου που είχε κάνει την Ραβέννα πρωτεύουσα της Δυτικής Αυτοκρατορίας. Εχουν περάσει δεκαπέντε αιώνες. Μαζεύτηκε σκόνη, τα μωσαϊκά ξεθώριασαν. Αυτό που κάποτε ήταν σημαντικό, τώρα είναι ασήμαντο. Αυτό που κάποτε προκαλούσε τον θαυμασμό χάθηκε στην άμμο. Η ίδια η θάλασσα αποτραβήχτηκε κι εκεί όπου παλιότερα έσκαγαν ευτυχισμένα πράσινα κύματα υπάρχουν τώρα σκουπιδότοποι, αμπέλια, ησυχία. Σαράντα χρόνια – σχεδόν ολόκληρη ζωή – πριν, ο πατέρας μου κάνει βόλτες και γελάει σε αυτά τα μέρη. Τα μυωπικά του μάτια ανοιγοκλείνουν. Κάθεται σ ένα τραπεζάκι ενός καφενείου, πίνει κόκκινο κρασί κι τρώει κομμάτια πίτσα με τα δικά του δόντια. Η βαθιά, γαλάζια νύχτα έχει πέσει. Και σε μια κάρτα που ισορροπεί στην άκρη του τραπεζιού, με ένα μολύβι, γράφει λίγες λέγεις για μένα, σκορπώντας εδώ κι εκεί θαυμαστικά για να εκφράσει την χαρά του και την αγάπη του για τον κόσμο.
Ο συννεφιασμένος ουρανός είναι αποπνικτικός. Κάνει ζέστη, αλλά δεν μπορείς να δεις τον ήλιο. Υπάρχει σκόνη παντού. Εδαφος που κάποτε βρισκόταν στον βυθό της θάλασσας τώρα περικυκλώνει την πόλη με πλατιά, εύφορα λιβάδια. Εκεί που κάποτε τριγύριζαν καβούρια, τώρα βόσκουν γαϊδουράκια. Εκεί που φύτρωναν φύκια, τώρα ανθίζουν τριαντάφυλλα. Ολα έγιναν σπόροι. Στις κάποτε εντυπωσιακές οδούς της πρωτεύουσας της Δυτικής Αυτοκρατορίας, τριγυρίζουν απογοητευμένοι αμερικανοί τουρίστες με ρόζ μπλουζάκια, δυστυχισμένοι για το γεγονός πως το τουριστικό γραφείο τους κορόϊδεψε και πάλι : τα πάντα στην Ευρώπη είναι τόσο σκονισμένα, τόσο μικρά, τόσο παλιά! Δεκαπέντε αιώνες. Ο τάφος του Δάντη. Ο τύμβος της Galla Placidia. Ο τάφος του πατέρα μου. Ενα είδος απλοϊκού, πράσινου παραδείσου σε μια τσαλακωμένη καρτποστάλ.
Τι ήταν αυτό που του είχε κάνει τέτοια εντύπωση σε αυτά τα μέρη; Βρίσκω την σωστή εκκλησία, κοιτάζω προς την οροφή – ναι, υπάρχει κάτι πράσινο εκεί πάνω, ψηλά, κάτω από την αψίδα. Ασπρα πρόβατα σε πράσινο λιβάδι. Το συνηθισμένο μισοσκόταδο. Το ενοχλητικό μουρμουρητό των τουριστών δίπλα σου. Ψάχνουν για εξηγήσεις στους τουριστικούς οδηγούς : τον τάδε αιώνα, ο τάδε ρυθμός, το τάδε στυλ. Τα πάντα είναι τα ίδια παντού, πάντοτε. Δεν βλέπεις τίποτα.
Σε κάθε ιταλική εκκλησία υπάρχει ένα κουτί στον τοίχο για τις προσφορές των πιστών και για όσους ενδιαφέρονται τα κουτιά αυτά παρέχουν και μια επιπλέον υπηρεσία. Αν ρίξεις στο κουτί τριακόσιες λιρέτες για σύντομο χρονικό διάστημα ανάβουν μικροί προβολείς που λούζουν τα μωσαϊκά και τις τοιχογραφίες με άπλετο λευκό φως. Τα χρώματα ζωντανεύουν. Μπορείς να διακρίνεις τις λεπτομέρειες. Το πλήθος αναστατώνεται, το μουρμουρητό του δυναμώνει. Μόνο τριακόσιες λιρέτες. Εχεις ήδη ταξιδέψει τόσο μακριά, έχεις πληρώσει το αεροπορικό εισιτήριο, το τραίνο, την πίτσα, τους καφέδες. Πως είναι δυνατόν παραπονιέσαι για μερικά ψιλά παραπάνω; Αλλά πολλοί παραπονιούνται. Είναι ενοχλημένοι, δεν τους το είχαν πει από πριν. Θέλουν να δουν τον παράδεισο τζάμπα. Περιμένουν την γενναιοδωρία κάποιου άλλου, περιμένουν κάποιον ανυπόμονο να βάλει αυτός τα νομίσματα σε αυτές τα ιταλικά κουτιά – οι Ιταλοί είναι απατεώνες, έτσι δεν είναι; Υστερα ανάβουν οι προβολείς και για μια στιγμή, πολύ σύντομη για να μπορέσει το ανθρώπινο μάτι να προσαρμοστεί, ο παράδεισος είναι πιο πράσινος, τα πρόβατα πιο αθώα, ο Κύριος – πιο φιλεύσπλαχνος ... Υστερα τα φώτα σβήνουν κι η ομάδα των τουριστών στην αρχή αναστενάζει σε ένδειξη διαμαρτυρίας κι ύστερα αρχίζει να μουρμουρίζει με απογοήτευση. Για μια ακόμα φορά τα πάντα είναι καλυμμένα από το μισοσκόταδο.
Περιφέρομαι από εκκλησία σε εκκλησία μαζί με το πλήθος. Ακούω το μπερδεμένο, πολύγλωσσο μουρμουρητό του, σαν τον ήχο της θάλασσας. Μια αργή, ανθρώπινη δίνη με τριγυρίζει γύρω – γύρω, και δίπλα μου αστράφτουν κουρασμένα πρόσωπα, άδεια όπως και το δικό μου, γυαλιά μυωπίας λαμπυρίζουν, οι σελίδες των τουριστικών οδηγών γυρνάνε με έναν απαλό θόρυβο. Στριμώχνομαι στις στενές πόρτες των εκκλησιών, προσπερνώ τους διπλανούς μου, προσπαθώντας, όπως όλοι, να έχω μια καλύτερη θέα, ενώ ταυτόχρονα κάνω προσπάθειες για να μην εκνευριστώ. Στο κάτω – κάτω σκέφτομαι, σκέφτομαι, αν ο Παράδεισος υπάρχει στην πραγματικότητα είναι πολύ πιθανόν να διαβώ το κατώφλι του μαζί με ένα κοπάδι προβάτων, ανθρώπων – γερασμένων, όχι πολύ έξυπνων, λίγο άπληστων. Γιατί αν ο Παράδεισος δεν είναι για ανθρώπους σαν κι εμάς τότε θα ήθελα να ξέρω για ποιον είναι. Υπάρχουν αλήθεια τόσοι πολλοί άλλοι – ξεχωριστοί άνθρωποι, που είναι εμφανώς καλύτεροι από εμάς τους συνηθισμένους, στατιστικά μέσους ανθρώπους; Οχι, δεν υπάρχουν, οπότε κατά πάσα πιθανότητα θα χρειαστεί να διασχίσω αυτά τα πράσινα λιβάδια παρέα με ένα κοπάδι αμερικανών τουριστών, που είναι απογοητευμένοι επειδή όλα είναι τόσο μικρά και τόσο παλιά. Κι αν έτσι έχουν τα πράγματα τότε ο Παράδεισος πρέπει να είναι απαίσιος και βαρετός – πράγμα που είναι εξ’ ορισμού λάθος. Υποτίθεται πως τα πάντα στον Παράδεισο πρέπει να είναι συγκλονιστικά υπέροχα.
«Δεν έχω ξαναδεί κάτι τόσο υπέροχο (δες την άλλη πλευρά) στη ζωή μου!» έγραψε ο πατέρας μου. Δες την πίσω πλευρά. Ενας συνηθισμένος παράδεισος. Τι είχε δει ο πατέρας μου που εγώ δεν μπορώ να δω;
Μπαίνω μέσα σε ένα μικρό κτίριο για το οποίο ο Ρώσος ταξιδευτής Πάβελ Μουράτοφ έγραφε στο περίφημο βιβλίο του «Εικόνες της Ιταλίας», στις αρχές του 20ου αιώνα :
Το μπλε της οροφής του μαυσωλείου της Galla Placida είναι ασυνήθιστα βαθύ και σκοτεινό – σχεδόν δεν μπορείς να το περιγράψεις. Ανάλογα με το φως που περνάει από τα μικρά παράθυρα, αυτό το μπλε αντανακλά, μ’ έναν περίεργο και απρόσμενο τρόπο, πρασινωπές, λιλά ή άλικες αποχρώσεις. Σε αυτόν τον φόντο είναι ζωγραφισμένη η περίφημη αναπαράσταση του Καλού Ποιμένα, που κάθεται ανάμεσα στα χιονάτα πρόβατα. Τα ημικύκλια κοντά στα παράθυρα είναι διακοσμημένα με ένα περίτεχνο μοτίβο ελαφιών που πίνουν νερό από μια πηγή. Γιρλάντες με φρούτα και φύλλα στριφογυρίζουν γύρω από τις αψίδες χαμηλότερα. Βλέποντας την ομορφιά τους φτάνει κανείς στο συμπέρασμα πως ποτέ η ανθρωπότητα δεν βρήκε μια πιο ικανοποιητική λύση στο πρόβλημα της διακόσμησης των τοίχων μιας εκκλησίας. Εξ’ αιτίας του μικρού μεγέθους του παρεκκλησιού του μαυσωλείου, τα μωσαϊκά δεν έχουν τίποτα πομπώδες. Ο αέρας που περιβάλλει την σαρκοφάγο, η οποία αστράφτει από την μπλε φωτιά των μωσαϊκών και η οποία κάποτε περιείχε τη σωρό της Αυτοκράτειρας, είναι ένα αξιοθαύμαστο όνειρο μιας θρησκευτικής φαντασίας. Δεν ήταν το ίδιο αποτέλεσμα που προσπαθούσαν να επιτύχουν οι καλλιτέχνες που έφτιαξαν τα βιτρώ στους γοτθικούς καθεδρικούς ναούς, μόνο με διαφορετικό τρόπο;
Υπέροχες λέξεις. Αλλά έχοντας στριμωχτεί μέσα στο παρεκκλήσι δεν μπορώ να διακρίνω τίποτα. Πιθανόν ο οδηγός του Μουράτοφ να είχε φωτίσει την εκκλησία με έναν δαυλό, αλλά τώρα είναι απλά θεοσκότεινα εδώ μέσα, και οποιοδήποτε φως μπαίνει μέσα από τα παράθυρα εμποδίζεται από τις πλάτες των τουριστών. Το πλήθος στέκει πυκνό και ξεροκέφαλο, αγκώνα με αγκώνα. Χρειάζεται να ρίξουμε μερικά νομίσματα μέσα στο κουτί για τα φώτα, αλλά κανείς δεν βιάζεται. Ολοι περιμένουν κάποιον άλλον να κάνει την κίνηση. Ούτε εγώ βιάζομαι. «Αρκετά νομίσματα έχεις ρίξει», μου λέει μια φωνή μέσα μου. Περνάει ένα λεπτό μέσα στο σκοτάδι. Κι άλλο ένα. Ο καθένας από εμάς σκέπτεται «δεν θα υποκύψω». Το σκοτάδι πιέζει τα κεφάλια μας. Μυρίζει ποντίκια, μούχλα και κάτι άλλο επίσης, κάτι πολύ παλιό – λες κι ο ίδιος ο χρόνος έχει μια μυρωδιά. Υστερα σε χτυπάνε οι οσμές των ανθρώπων – σάρκα που γερνάει, αρώματα, τσίχλες για το φρεσκάρισμα της αναπνοής, ιδρώτας, καπνός. Ετσι θα είναι μετά θάνατον: θα υπάρχει ο θόρυβος των άλλων που ανασαίνουν και μυρίζουν στο σκοτάδι. Ζέστη, προσμονή και μια υποβόσκουσα εχθρότητα για τους υπόλοιπους συνταξιδιώτες. Μια ευγενική απόφαση να μη δείξεις αυτή την εχθρότητα, εγωισμός, ξεροκεφαλιά, ελπίδα, αμφιβολία. Η αίθουσα αναμονής για τον Παράδεισο – που αλλού μπορεί να πάει κανείς; «Δεν έχω δει ποτέ κάτι τόσο υπέροχο (δες την πίσω πλευρά) στη ζωή μου! Σε κάνει να θέλεις να βάλεις τα κλάματα!» έγραψε ο πατέρας μου από τον Παράδεισο.
Υστερα ακούγεται το γνωστό κλικ των νομισμάτων. Κάποιος υπέκυψε τελικά. Τα φώτα ανάβουν. Για μια σύντομη στιγμή, μια πολύ σύντομη στιγμή – τα μάτια δεν διαθέτουν τον απαιτούμενο χρόνο για να τα καταγράψουν όλα – το βαρετό, καυτό σκοτάδι εκεί πάνω γίνεται ένας έναστρος ουρανός, ένας βαθυγάλαζος τρούλος με μεγάλα, απαστράπτοντα αστέρια που μοιάζουν εκπληκτικά κοντινά. «Ααααα!» έρχεται ο θόρυβος από κάτω κι ύστερα τα φώτα σβήνουν και πέφτει σκοτάδι ξανά, πιο σκοτεινό από πριν. Και πάλι ο γνωστός θόρυβος των νομισμάτων στο κουτί και τα πανέμορφα πολύχρωμα αστέρια, σαν τροχός σε λουναπάρκ που γυρίζει κι αυτός ο ίδιος ο «αέρας ...που αστράφτει από τη μπλε φωτιά» - μια στιγμιαία εικόνα – και ξανά σκοτάδι. Κι ύστερα πάλι ο θόρυβος των νομισμάτων ακολουθούμενος από το συγκλονιστικό θέαμα, μη φύγεις, μείνε μαζί μας! – κι έπειτα πάλι το χτύπημα του σκοταδιού. Οι αμαρτωλοί στέκονται σαν μαγεμένοι, τα πρόσωπά τους ανασηκωμένα. Ενα μονοπάτι άνοιξε στο σκοτάδι, δόθηκε μια υπόσχεση, παρουσιάστηκαν κάποια στοιχεία : όλοι θα σωθούν, δεν χρειάζονται εξηγήσεις - η μαγική βαθυγάλαζη άβυσσος, τοποθετημένη από πάνω μας από ανώνυμους τεχνίτες, μιλάει από μόνη της, τραγουδάει σε μια γλώσσα δίχως λέξεις. Το γαλάζιο κυλάει προς τις γιρλάντες με τα φρούτα και τα φύλλα ... Ολα εξαφανίζονται, αλλά τα φώτα ανάβουν και πάλι, η γιορτή δεν λέει να τελειώσει κι από στιγμή σε στιγμή οι άγγελοι θα αρχίσουν τα τραγουδούν. Γεννηθήτω φως!
Σπρώχνω προσεκτικά μέσα από το πλήθος. Θέλω να δω ποιος είναι αυτός ο αχόρταγος θαυμαστής που άναψε αυτά τα πυροτεχνήματα, που έσκισε τις κουρτίνες του μισοσκόταδου με φως.
Κάθεται σε ένα αναπηρικό καροτσάκι, το πρόσωπό του χαμηλωμένο. Υπάρχει ένα κουτί με νομίσματα στα χέρια του. Τα δάχτυλά του πιάνουν ένα από αυτά και το ρίχνουν στο κουτί, και, καθώς το γαλάζιο αντανακλά λιλά και βαθυκόκκινες φλόγες, μια συνοδός του ψιθυρίζει βιαστικά λόγια στο αυτί, λόγια που δεν μπορώ να ξεχωρίσω, και τα οποία ακόμα κι αν μπορούσα, δεν θα τα καταλάβαινα : δεν γνωρίζω αυτή την γλώσσα.
Ο άντρας είναι τυφλός. Εχει την ευγενική και υπομονετική έκφραση που έχουν όλοι οι τυφλοί. Τα βλέφαρά του είναι κλειστά, το κεφάλι σκυμμένο, το αυτί του στραμμένο προς τη συνοδό του. Τι του είναι – κόρη, σύζυγος ή απλά μια γυναίκα που την προσέλαβε για τον συνοδεύει στα ταξίδια του; Ακούει τα ψιθυρίσματά της και κάπου – κάπου γνέφει : ναι, ναι. Θέλει να ακούσει περισσότερα, ρίχνει το ένα νόμισμα μετά το άλλο. Πετάει νομίσματα στη σκοτεινιά, κι από τη σκοτεινιά ακούγεται μια φωνή που του λέει όσο πιο πολλές λεπτομέρειες μπορεί για τη μεγάλη ανακούφιση της ομορφιάς.
Ακούει προσεκτικά, κουνάει το κεφάλι, χαμογελάει κι ύστερα η συνοδός του σπρώχνει αποφασιστικά τα καροτσάκι ανάμεσα στο πλήθος και βγαίνουν από το μαυσωλείο. Οι άνθρωποι τους κοιτάνε. Δεν τον νοιάζει κι η γυναίκα φαίνεται να το έχει συνηθίσει. Το καροτσάκι χοροπηδάει πάνω στο πλακόστρωτο της πλατείας, χαρίζοντας ένα επιπλέον βάσανο στον τυφλό άντρα. Μια ελαφριά βροχή αρχίζει να πέφτει από τα σύννεφα, αλλά σύντομα σταματάει.
«Δες από την άλλη πλευρά». Αλλά δεν υπάρχει τίποτα από την άλλη πλευρά. Από την άλλη πλευρά υπάρχει μόνο σκοτάδι, ζέστη, σιωπή, ενόχληση, αμφιβολία, άρνηση. Από την άλλη πλευρά υπάρχει η απεικόνιση, ξεθωριασμένη με τον καιρό, ενός πράγματος που ήταν σημαντικό πριν πολλά – πολλά χρόνια, αλλά όχι για μένα. «Σε κάνει να θέλεις να βάλεις τα κλάματα!» έγραψε ο πατέρας πριν σαράντα χρόνια, για την ομορφιά που αντίκρισαν τα μάτια του (κι ίσως για κάτι ακόμα πιο σημαντικό). Θέλω να κλάψω γιατί ο πατέρας μου δεν υπάρχει πια, δεν ξέρω που έχει πάει, κι ότι έχει απομείνει από αυτόν είναι ένα βουνό από χαρτιά κι αυτή η κάρτα με έναν πράσινο παράδεισο, που μεταφέρω από βιβλίο σε βιβλίο σαν σελιδοδείκτη.
Αλλά ίσως δεν είναι έτσι τα πράγματα. Ισως όλα είχαν υπολογιστεί πριν από καιρό, ένα σχέδιο που είχε μπει σε εφαρμογή και μόλις τώρα τα αποτελέσματά του γίνονται φανερά. Ενας ανώνυμος βυζαντινός μαέστρος, εμπνευσμένος από την πίστη, φαντάστηκε την ομορφιά του κήπου του Κυρίου. Την εξέφρασε στη γλώσσα του όσο καλύτερα μπορούσε. Ισως να είχε αγχωθεί γιατί δεν ένοιωθε πως είχε τα απαιτούμενα εφόδια για να εκφράσει αυτή την ομορφιά. Πέρασαν αιώνες. Ο πατέρας μου έφτασε στη Ραβέννα, σήκωσε το κεφάλι του, είδε την εικόνα της Εδέμ, αγόρασε μια φτηνή καρτ ποστάλ που απεικόνιζε την εικόνα αυτή και μου την έστειλε ενισχυμένη με θαυμαστικά – ο καθένας διαλέγει τη δική του γλώσσα. Κι αν δεν την είχε στείλει, δεν θα είχα έρθει εδώ. Δεν θα είχα επισκεφθεί αυτό το σκοτεινό παρεκκλήσι. Δεν θα είχα συναντήσει τον τυφλό άντρα. Δεν θα είχα δει πως με μια κίνηση του χεριού του το γαλάζιο φως του Παραδείσου φώτιζε την άλλη πλευρά της σκοτεινιάς.
Γιατί είμαστε το ίδιο τυφλοί – όχι, χίλιες φορές πιο τυφλοί από τον τυφλό άντρα στο αναπηρικό καροτσάκι. Ακούμε ψιθύρους, αλλά κλείνουμε τ αυτιά μας. Μας δείχνουν, αλλά αποστρέφουμε το πρόσωπο. Δεν έχουμε πίστη, φοβόμαστε να πιστέψουμε, γιατί φοβόμαστε πως θα μας εξαπατήσουν. Είμαστε βέβαιοι πως είμαστε στο μαυσωλείο. Είμαστε σίγουροι πως δεν υπάρχει τίποτα στο σκοτάδι. Δεν μπορεί να υπάρχει τίποτα στο σκοτάδι.
Ο τυφλός άντρας κι η συνοδός του απομακρύνονται στα στενά δρομάκια της μικρής, νεκρής πόλης. Η γυναίκα σπρώχνει το καροτσάκι και λέει κάτι, σκύβοντας προς το αυτί του τυφλού άντρα, διαλέγοντας τις λέξεις της, διαλέγοντας λέξεις που εγώ δεν θα διάλεγα ποτέ. Εκείνος γελάει με κάτι κι εκείνη του ισιώνει το κολάρο. Βάζει κι άλλα νομίσματα στο κουτί που κρατάει στα χέρια του κι ύστερα μπαίνει σε μια ταβέρνα και φέρνει ένα κομμάτι πίτσα. Εκείνος αρχίζει να το τρώει με ευγνωμοσύνη, λίγο τσαπατσούλικα, τα χέρια του αγγίζουν την αόρατη, υπέροχη τροφή στο σκοτάδι.
Monday, April 11, 2005
SHUT A FINAL DOOR ...
TRUMAN CAPOTE - SHUT A FINAL DOOR
ΤΡΟΥΜΑΝ ΚΑΠΟΤΕ - ΚΛΕΙΣΕ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΟΡΤΑ
Μετάφραση: Δημήτρης Γαλάνης
1.
"Γουόλτερ, άκουσέ με. αν όλοι σε αντιπαθούν, αν όλοι σε πολεμάνε μη νομίζεις πως το κάνουν χωρίς λόγο. Μόνος σου δημιουργείς αυτές τις καταστάσεις".
Ετσι είχε πεί η Αννα και, παρ όλο που η πιο υγιής πλευρά του του έλεγε πως δεν το είπε με κακό σκοπό, (αν δεν ήταν φίλη η Αννα, τότε ποιός ήταν;) τη μίσησε και άρχισε να λέει σε όλους πόσο πολύ αντιπαθούσε την Αννα, τι σκύλα που ήταν. Αυτή τη γυναίκα, έλεγε. μην την εμπιστεύεστε. Αυτά τα δήθεν ντόμπρα λόγια της δεν είναι παρά ένας τρόπος για να καλύψει την καταπιεσμένη εχθρότητα που κρύβει μέσα της. τρομερή ψεύτρα επίσης, δεν μπορείς να πιστέψεις κουβέντα απ όσα λέει. επικίνδυνη, Θεέ μου! Φυσικά ό,τι έλεγε έφτανε πίσω στ αυτιά της Αννας, οπότε όταν μια μέρα της τηλεφώνησε για να πάνε μαζί σε μια θεατρική πρεμιέρα, όπως είχαν κανονίσει, εκείνη του είπε: "Συγνώμη Γουόλτερ, αλλά δεν σε αντέχω άλλο. Σε καταλαβαίνω πολύ καλά κι έχω και μια δόση συμπάθειας για σένα. Είναι έμφυτη αυτή η μοχθηρία και δεν μπορεί κανείς να σε κατηγορήσει γι αυτό, αλλά δεν θέλω να σε ξαναδώ γιατί η ίδια δεν είμαι και πολύ καλά ώστε να μπορώ να σε αντέξω". Μα γιατί; Και τι είχε κάνει; Εντάξει σίγουρα την είχε κουτσομπολέψει, αλλά δεν τα ενοούσε όλα όσα έλεγε, και στο κάτω κάτω, όπως είχε πει στον Τζίμι Μπέργκμαν (αυτός κι αν ήταν διπρόσωπος), ποιος ο λόγος να έχεις φίλους αν δεν μπορείς να μιλήσεις γι αυτούς αντικειμενικά;
Είπε, είπες, είπανε, είπαμε, ξανά και ξανά, γυρω γύρω. Γύρω γύρω σαν τον ανεμιστήρα που γύριζε από πάνω. Γύριζε και γύριζε αναμοχλεύοντας χωρίς αποτέλεσμα τον τελματωμένο αέρα. Εκανε έναν θόρυβο σαν ξύλινο ρολόι που μετράει δευτερόλεπτα μέσα στη σιωπή. Ο Γουόλτερ κύλησε σε μια πιο δροσερή γωνιά του κρεβατιού κι έκλεισε τα μάτια για να μη βλέπει το μικρό, σκοτεινό δωμάτιο. Είχε φτάσει στη Νέα Ορλεάνη στις επτά το απόγευμα και στις επτάμιση είχε βρεί δωμάτιο σε αυτό το ξενοδοχείο, ένα ανώνυμο μέρος, σ' έναν απόκεντρο δρόμο. Ηταν Αυγουστος κι ήταν σαν νάκαιγαν φωτιές στον κόκκινο, νυχτερινό ουρανό, και το αφύσικο τοπίο του Νότου, που με τόση προσήλωση παρατηρούσε μέσα από το τραίνο, και το οποίο, προσπαθόντας να σβήσει όλα τ άλλα από το μυαλό του, ξανάφερε στη μνήμη του, έκανε πιο έντονη την αίσθηση πως είχε ταξιδέψει μέχρι το τέλος, μέχρι το χείλος του γκρεμού.
Αλλά πως είχε βρεθεί εδώ σ αυτό το ασφυκτικό ξενοδοχείο, σ αυτή τη μακρυνή πόλη, δεν μπορούσε να πεί. Υπήρχε ένα παράθυρο στο δωμάτιο, αλλά δεν είχε καταφέρει να τ' ανοίξει και φοβόταν να φωνάξει την καμαριέρα (τι παράξενα μάτια που είχε) και φοβόταν να βγεί από το ξενοδοχείο γιατί τι θα γινόταν αν χανόταν; κι αν χανόταν, έστω και για λίγο, θα μπορούσε να χαθεί για πάντα. Πεινούσε, δεν είχε φάει από το πρωί, έτσι βρήκε μερικά αλμυρά μπισκότα που είχαν μείνει σ ένα κουτί που είχε αγοράσει στη Σαρατόγκα και τα κατέβασε μ ένα δάχτυλο ουίσκι Four Roses, το τελευταίο. Τον αρώστησε. Εκανε εμετό, ρίχτηκε πάλι στο κρεβάτι κι έκλαψε μέχρι που μούσκεψε το μαξιλάρι. Εμεινε ξαπλωμένος στο ζεστό δωμάτιο, τρέμοντας και παρακολουθούσε τον ανεμιστήρα που γύριζε αργά. δεν υπηρχε αρχή σ αυτή την κίνηση, ούτε τέλος. Ηταν ένας κύκλος.
Ενα μάτι, η Γή, τα δαχτυλίδια ενός δέντρου, τα πάντα είναι ένας κύκλος και όλοι οι κύκλοι, είπε ο Γουόλτερ, έχουν ένα κέντρο. Ηταν τρέλα για την Αννα να πει πως ότι έγινε ήταν δικό του φταίξιμο. Αν είχε κάποια ελαττώματα οφειλόταν σε περιστάσεις που δεν μπορούσε να ελέγξει, για παράδειγμα στη θρησκόληπτη μητέρα του ή στον πατέρα του που ήταν στέλεχος μιας ασφαλιστικής εταιρείας στο Χάρτφορντ ή στη μεγαλύτερη αδερφή του, τη Σεσίλ, που παντρεύτηκε έναν άντρα σαράντα χρόνια μεγαλύτερό της. "Ηθελα απλά να φύγω από το σπίτι". Αυτή ήταν η δικαιολογία της και, για να λέμε την αλήθεια, ο Γουόλτερ την είχε βρει αρκετά λογική.
Αλλά δεν ήξερε από που ν αρχίσει να σκέφτεται για τον εαυτό του, δεν ήξερε να βρει το κέντρο. Το πρώτο τηλεφώνημα; Μπα, αυτό είχε γίνει μόλις πριν από τρεις μέρες και για να είμαστε ακριβείς δεν ήταν η αρχή, ήταν το τέλος. Θα μπορούσε ν αρχίσει με τον Ιρβινγκ, γιατί ο Ιρβινγκ ήταν ο πρώτος άνθρωπος που γνώρισε στη Νέα Υόρκη.
Ο Ιρβινγκ ήταν ένα γλυκό, μικροκαμωμένο αγόρι εβραικής καταγωγής μ ένα αξιοσημείωτο ταλέντα στο σκάκι, και τίποτα περισότερο. Είχε μεταξένια μαλιά και ροδαλά, μωρουδένια μάγουλα και φαινόταν δεκάξη ετών. Στην πραγματικότητα ήταν εικοσιτριών, στην ηλικία του Γουόλτερ κι είχαν γνωριστεί σ ένα μπαρ στο Βίλατζ. Ο Γουόλτερ ήταν μόνος του κι ένοιωθε μεγάλη μοναξιά στη Νέα Υόρκη κι έτσι όταν ο γλυκός, μικροκαμωμένος Ιρβινγκ τον πλησίασε με φιλική διάθεση. αποφάσισε πως ίσως να ήταν καλή ιδέα να είναι κι εκείνος φιλικός - γιατί ποτέ κανείς δεν ξέρει. Ο Ιρβινγκ γνώριζε πολλούς ανθρώπους και όλοι τον συμπαθούσαν πολύ και σύστησε τον Γουόλτερ σε όλους τους φίλους του.
Και ήταν και η Μάργκαρετ. Η Μάργκαρετ ήταν λίγο - πολύ το κορίτσι του Ιρβινγκ. Η εμφάνισή της ήταν έτσι κι έτσι (τα μάτια της λίγο πεταχτά, είχε πάντα λίγο κραγιόν στα δόντια, ντυνόταν σαν κοριτσάκι δέκα ετών) αλλά διέθετε μια πυρετώδη λάμψη που ο Γουόλτερ έβρισκε γοητευτική. Δεν μπορούσε να καταλάβει για ποιό λόγο έμπαινε στον κόπο να ασχολείται με τον Ιρβινγκ. "Για ποιό λόγο;" την είχε ρωτήσει σ έναν από τους μακρυνούς περιπάτους που είχαν αρχίσει να κάνουν μαζί στο Σέντραλ Πάρκ.
"Ο Ιρβινγκ είναι τρυφερός" είπε εκείνη "και με αγαπάει πολύ αγνά και ποιος ξέρει μπορεί και να τον παντρευτώ".
"Βλακείες" είπε εκείνος. "Ο Ιρβινγκ δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει σύζυγός σου γιατί στην πραγματικότητα είναι το μικρό σου αδερφάκι. Ολοι τον βλέπουν σαν το μικρό τους αδερφάκι".
Η Μάργκαρετ ήταν αρκετά έξυπνη ώστε να μη καταλάβει την αλήθεια σ αυτό. Ετσι μια μέρα όταν τη ρώτησε αν θα ήθελε να κάνουν έρωτα του είπε, εντάξει, δεν θα την πείραζε. Από τότε έκαναν έρωτα συχνά.
Κάποια στιγμή ο Ιρβινγκ το έμαθε και μια Δευτέρα έγινε μια άσχημη σκηνή στο μπαρ που είχαν πρωτογνωριστεί. Ηταν αυτό το πάρτυ για τον Κουρτ Κουνάρντ (Διαφημίσεις Κουνάρντ), το αφεντικό της Μάργκαρετ, και είχαν πάει μαζί και αργότερα είχαν σταματήσει σ αυτό μπαρ για ένα τελευταίο ποτό. Εκτός από τον Ιρβινγκ και δύο κοπέλες το μαγαζί ήταν άδειο. Ο Ιρβινγκ καθόταν στο μπαρ, τα μάγουλά του κατακόκκινα, τα μάτια του γυάλινα. Εμοιαζε με παιδάκι που υποδύονταν τον μεγάλο γιατί τα πόδια του ήταν κοντά και κρέμονταν από το σκαμπό με μια κίνηση που τα έκανε να μοιάζουν με πόδια κούκλας. Την στιγμή που η Μάργκαρετ τον αναγνώρισε προσπάθησε να κάνει μεταβολή και να φύγει αλλά ο Γουόλτερ δεν την άφησε. Ετσι κι αλλιώς ο Ιρβινγκ τους είχε δεί. Χωρίς να πάρει τα μάτια του από πάνω τους άφησε το ουσίκσι του στο μπαρ, κατέβηκε αργά από το σκαμπό και με μια θλιμένη σκληρότητα προχώρησε προς το μέρος τους.
"Ιρβινγκ, γλυκέ μου" είπε η Μάργκαρετ και σταμάτησε γιατί της έριξε ένα τρομερό βλέμμα.
Το σαγόνι του έτρεμε. "Φύγε" είπε κι ήταν σαν να εξόρκιζε έναν δαίμονα από την παιδική ηλικία. "Σε μισώ". Στη συνέχεια σχεδόν σε αργή κίνηση στράφηκε και σαν να ήταν οπλισμένος με μαχαίρι χτύπησε τον Γουόλτερ στο στήθος. Δεν ήταν και κανένα τρομερό χτύπημα κι όταν ο Γουόλτερ δεν έκανε τίποτα αλλά συνέχισε να χαμογελάει, ο Ιρβινγκ ρίχτηκε σ ένα τζουκ μποξ ουρλιάζοντας: "Χτύπα με, καταραμένε δειλέ. έλα και θα σε σκοτώσω, τ ορκίζομαι στο Θεό πως θα το κάνω". Σ αυτή την κατάσταση ήταν όταν τον άφησαν.
Περπατόντας πίσω στο σπίτι η Μάργκαρετ άρχισε να κλαίει μ έναν απαλό, κουρασμένο τρόπο. "Ποτέ ξανά δεν θα είναι γλυκος" είπε.
Κι ο Γουόλτερ απάντησε "Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς".
"Ω ναι, καταλαβαίνεις" του είπε ψιθυριστά. "Καταλαβαίνεις. εμείς οι δυό του μάθαμε να μισεί. Κατά κάποιο τρόπο έχω την εντύπωση πως δεν ήξερε να μισεί μέχρι σήμερα".
Ο Γουόλτερ ήταν τώρα στη Νέα Υόρκη τέσερις μήνες. Το αρχικό του κεφάλαιο των πεντακοσίων δολαρίων είχε πέσει στα δεκαπέντε και η Μάργκαρετ του δάνεισε χρήματα για να πληρώσει το ενοίκιο του Ιανουαρίου στο Μπρέβορτ. Γιατί δεν έβρισκε ένα πιο φτηνό διαμέρισμα τον ρώτησε. Ε λοιπόν, της είπε, ήταν καλύτερο να έχεις μια καλή διεύθυνση. Και τι γίνεται με δουλειά; Πότε θα άρχιζε να δουλεύει; Θα άρχιζε ποτέ;
Σίγουρα, είχε πει, σίγουρα, για να είναι ειλικρινής το είχε σκεφτεί πολύ σοβαρά. Αλλά δεν είχε σκοπό να χάσει τον καιρό του με διάφορες ασήμαντες προτάσεις. Ηθελε κάτι καλό, μια δουλιά με μέλλον, κάτι, ας πούμε, στις διαφημίσεις. Ενταξει, είπε η Μάργκαρετ, ίσως να μπορούσε να τον βοηθήσει, θα μιλούσε στο αφεντικό της, τον κ Κουνάρντ.
2.
Η Κ.Κ.Κ, όπως την έλεγαν, ήταν μια μεσαίου μεγέθους διαφημιστική εταιρεία, αλλά, στον τομέα της, η καλύτερη. Ο Κουρτ Κουνάρντ που την είχε ιδρύσει το 1925, ήταν ένας περίεργος άνθρωπος με περίεργη φήμη. ένας αδύνατος, λεπτολόγος Γερμανός, εργένης, που ζούσε σ ένα κομψό, μαύρο σπίτι στο Σάτον Πλέις στο οποίο υπήρχαν μεταξύ άλλων, τρεις Πικάσο, ένα απίθανο μουσικό κουτί, μάσκες από τα νησιά του Νότιου Ειρηνικού κι ένας μεγαλόσωμος νεαρός Δανός, ο υπηρέτης. Κάπου κάπου καλούσε κάποιον από τους υπαλλήλους του σε δείπνο, οποιονδήποτε τύχαινε να προτιμάει εκείνη τη στιγμή, γιατί συνεχώς διάλεγε προστατευόμενους. Ηταν μια επικίνδυνη κατάσταση γιατί αυτές οι συμμαχίες ήταν ρευστές και αβέβαιες. ο προστατευόμενος βρισκόταν σύντομα να ψάχνει για δουλειά όταν, μόλις το προηγούμενο βράδυ, είχε δειπνήσει πολύ ευχάριστα με τον προστάτη του. κατά τη διάρκεια της δεύτερης εβδομάδας του στην Κ.Κ.Κ. ο Γουόλτερ, που είχε προσληφθεί σαν βοηθός της Μάργκαρετ, έλαβε ένα σημείωμα από τον κ Κουνάρντ που του ζητούσε να φάνε μαζί, και αυτό, φυσικά, τον είχε ενθουσιιάσει.
"Να σου χαλάσω το κέφι;" είπε η Μάργκαρετ καθώς του ίσιωνε τη γραβάτα και ξεσκόνιζε τα πέτα του. "δεν έχω τέτοια πρόθεση. Είναι απλά ότι - ε λοιπόν ο Κουνάρντ είναι εντάξει να δουλεύεις μαζί του όσο δεν ανακατεύεσαι πολύ - γιατί υπάρχει περίπτωση να χάσεις τη δουλιά σου - τελεία."
Ο Γουόλτερ ήξερε ποιό ήταν το σχέδιό της. δεν μπορούσε να τον κοροιδέψει ούτε δευτερόλεπτο. ήθελε να της το πει αλλά συγκρατήθηκε. δεν ήταν ακόμα η στιγμή. Ομως μια απο αυτές τις ημέρες και μάλιστα σύντομα θα την ξεφορτώνονταν. Ηταν υποτιμητικό να δουλεύει αυτός για την Μάργκαρετ. Κι εκτός αυτού η τάση απο εδώ και στο εξής θα ήταν να του βάζει εμπόδια. Αλλά κανείς δεν ήταν ικανός να του σταθεί εμπόδιο, σκέφτηκε, καθώς κοιτούσε τα γαλάζια μάτια του κ Κουνάρντ, κανείς δεν μπορούσε να εμποδίσει τον Γουόλτερ.
"Είσαι ένας βλάκας" του είπε η Μάργκαρετ. "Θεέ μου, έχω δει αυτές τις φιλίες του Κ.Κ. πολλές φορές, και δεν σημαίνουν απολύτως τίποτα. Κάποτε έκανε παρέα με τον τηλεφωνητή. Το μόνο που θέλει ο Κ.Κ. είναι κάποιον να παίζει τον βλάκα. Πίστεψέ με Γουόλτερ δεν υπαρχουν σύντομοι δρόμοι - αυτό που έχει σημασία είναι να κάνεις καλά τη δουλειά σου."
Εκείνος είπε:"Μήπως έχεις παράπονα σ αυτόν τον τομέα; Κάνω τη δουλειά μου όσο μπορώ καλύτερα".
"Εξαρτάται από το τι εννοείς καλύτερα" είπε εκείνη.
Οχι πολύ αργότερα, ένα Σάββατο, έδωσαν ραντεβού στο Γκραντ Σέντραλ Στέισιον. Θα πήγαιναν στο Χάρτφορντ να περάσουν το απόγευμα με την οικογένειά του, και γι αυτό εκείνη αγόρασε ένα καινούριο φόρεμα, καινούριο καπέλο και παπούτσια. Εκείνος όμως δεν πήγε στο ραντεβού. Αντί γι αυτό έφυγε για το Λονγκ Αιλαντ με τον κύριο Κουνάρντ κι ήταν ο πιο εντυπωσιασμένος από τους τριακόσιους καλεσμένους στο πάρτυ για το ντεμπούτο της Ρόζας Κούπερ. Η Ρόζα Κούπερ (γεννημένη Κούπερμαν) ήταν κληρονόμος της εταιρείας Γαλακτοκομικά Προιόντα Κούπερ, ένα μελαχροινό, τροφαντό, ευχάριστο παιδί με μια αφύσικη βρετανική προφορά, αποτέλεσμα τεσάρων χρόνων στο σχολείο της Μις Τζούετ. Εστειλε ένα γράμμα σε μια φίλη της ονόματι Αννα Στίμσον, η οποία στη συνέχεια το έδειξε στον Γουόλτερ: "Γνώρισα τον πιο συγκλονιστικό άντρα. Χόρεψα μαζί του έξη φορές, φοβερός χορευτής. Είναι στέλεχος σε μια διαφημιστική κι είναι απίστευτα κούκλος. Δώσαμε ραντεβού - δείπνο και θέατρο!"
Η Μάργκαρετ δεν είπε τίποτα για το συμβάν, ούτε ο Γουόλτερ. Ηταν σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, όμως τώρα, εκτός κι αν υπήρχαν επαγγελματικά θέματα να συζητήσουν, δεν μίλαγαν ποτέ, δεν συναντιόντουσαν πια. Ενα απόγευμα, γνωρίζοντας πως εκείνη δεν θα ήταν σπίτι πήγε στο διαμέρισμά της και άνοιξε μ ένα κλειδί που του είχε δώσει εδώ και καιρό. είχε αγφήσει πράγματα εκεί, ρούχα, μερικά βιβλία, την πίπα του. φέρνοντας βόλτες και μαζεύοντας όλα αυτά ανακάλυψε μια φωτογραφία του με αποτυπώματα από κραγιόν. για ένα δευτερόλεπτο είχε την αίσθηση πως έπεφτε σ ένα όνειρο. Βρήκε επίσης το μοναδικό δώρο που της είχε κάνει ποτέ, ένα μπουκάλι άρωμα L' Heure Bleue, κλειστό ακόμα στο κουτί του. Κάθησε στην άκρη του κρεβατιού και καπνίζοντας ένα τσιγάρο χάιδεψε το δροσερό μαξιλάρι, και θυμήθηκε πως ακουμπούσε το κεφάλι της πάνω του και θυμήθηκε επίσης ότι τις Κυριακές τα πρωινά συνήθιζαν να μένουν ξαπλωμένοι σ αυτό το κρεβάτι και να διαβάζουν φωναχτά τα κόμικ στις εφημερίδες, Barney Google, Dick Tracy, Joe Palooka.
Κοίταξε το ραδιόφωνο, ένα μικρό πράσινο κουτί. πάντοτε έκαναν έρωτα με μουσική, κάθε είδους, τζαζ, κλασική, χωρωδίες: ήταν το σημάδι τους γιατί κάθε φορά που ήθελε να κάνουν έρωτα του έλεγε "Θ ακούσουμε ραδιόφωνο, γλυκέ μου;" Τέλος πάντων είχε τελειώσει, και τη μισούσε, κι αυτό ήταν το μόνο που άξιζε να θυμάται. Βρήκε ξανά το κουτί με το άρωμα και τόβαλε στην τσέπη του. μπορεί να άρεσε στη Ρόζα.
Την επόμενη μέρα στο γραφείο σταμάτησε στον ψύκτη και έπεσε πάνω στην Μάργκαρετ. Του χαμογέλασε επίμονα και είπε: "Δεν ήξερα πως είσαι και κλέφτης." Ηταν η πρώτη ανοιχτή εκδήλωση έχθρας ανάμεσά τους. Και ξαφνικά ο Γουόλτερ συνειδητοποίησε πως στο γραφείο δεν είχε ούτε έναν σύμμαχο. Ο Κουνάρντ; Ποτέ δεν μπορούσε να υπολογίσει σ αυτόν. Κι όλοι οι υπόλοιποι ήταν εχθροί: ο Τζάκσον, ο Αινστάιν, ο Φίσερ, ο Πόρτερ, ο Κάπεχαρτ, ο Ρίτερ, η Βίλα, ο Μπιρντ. Βέβαια ήταν όλοι αρκετά έξυπνοι ώστε να μη το δείχνουν ξεκάθαρα, όχι τουλάχιστον όσο κρατούσε η εύνοια του κυρίου Κουνάρντ.
Ε λοιπόν η αντιπάθεια ήταν τουλάχιστον κάτι που μπορούσε να αντιμετωπίσει γιατί το μόνο πράγμα που δεν μπορούσε ν αντέξει ήταν οι ασαφείς σχέσεις, ίσως γιατί τα δικά του συναισθήματα ήταν τόσο αναποφάσιστα, τόσο αμφιταλαντευόμενα. Δεν ήταν ποτέ σίγουρος αν συμπαθούσε τον Χ ή όχι. Χρειαζόταν την αγάπη του Χ, αλλά ήταν ανίκανος να αγαπήσει. Δεν μπορούσε ποτέ να είναι ειλικρινής με τον Χ, δεν μπορούσε ποτέ να του πεί παραπάνω από τη μισή αλήθεια. Από την άλλη πλευρά του ήταν αδύνατον να δεχτεί πως ο Χ είχε τα ίδια ελαττώματα: ο Γουόλτερ ήταν βέβαιος πως αργά η γρήγορα ο Χ θα τον πρόδιδε. Τον φόβιζε ο Χ, τον τρομοκρατούσε. Κάποτε στο γυμνάσιο είχε παρουσιάσει για δικό του ένα ξένο ποίημα και το δημοσίευσε στη σχολική εφημερίδα. δεν μπορούσε ποτέ να ξεχάσει την τελευταία του στροφή, Ολες οι πράξεις μας ξεκινάνε από τον φόβο, Κι όταν ο καθηγητής του τον ανακάλυψε, του φάνηκε τρομερή αδικία εναντίον του.
3.
Πέρασε τα περισότερα από τα Σαββατοκύριακα του καλοκαιριού στο σπίτι της Ρόζας Κούπερ στο Λονγκ Αιλαντ. Το σπίτι ήταν συνήθως γεμάτο από φοιτητές του Γέιλ και του Πρίνστον, γεγονός που ήταν ενοχλητικό, γιατί ήταν το είδος των αγοριών που ζήλευε στο Χάρτφορντ και τα οποία ουδέποτε του επέτρεπαν να μπεί στις παρέες τους. Οσο για την ίδια την Ρόζα ήταν αξιαγάπητη. όλοι τόλεγαν, ακόμα και ο Γουόλτερ.
Ομως τ' αξιαγάπητα πλάσματα σπανίως είναι σοβαρά, και η Ρόζα δεν έβλεπε σοβαρά τον Γουόλτερ. δεν τον ενοχλούσε και ιδιαίτερα. Σε αυτά τα Σαββατοκύριακα μπόρεσε να κάνει αρκετές γνωριμίες: με τον Τέιλορ Ορβινκγτον, την Τζόις Ράντολφ (την στάρλετ), τον Ε. Ι. Μακεβόη, αρκετούς ανθρώπους τα ονόματα των οποίων φιγουράριζαν γεμάτα σπουδαιότητα στην ατζέντα του. Ενα βράδυ πήγε με την Αννα Στιμσον να δουν μια ταινία στην οποία έπαιζε η Ράντολφ, και πριν καλά καλά καθήσουν, όλοι οι διπλανοί είχαν μάθει πως ήταν φίλη του, ότι έπινε πολύ, πως ήταν ανήθικη και όχι τόσο όμορφη όσο φαινόταν στην οθόνη. Η Αννα του είπε πως έκανε σαν κοριτσάκι στην εφηβεία. "Μόνο σ έναν τομέα είσαι άντρας, γλυκέ μου," του είπε.
Είχε γνωρίσει την Αννα Στίμσον μέσω της Ρόζας. Εργαζόταν σ ένα περιοδικό μόδος, ήταν σχεδόν 1,80 ψηλή, φορούσε μαύρα ταγέρ, είχε ένα μονόκλ, κρατούσε ένα μπαστούνι για το περπάτημα και φορούσε πολλά μεξικάνικα ασημένια κοσμήματα. Είχε παντρευτεί δύο φορές, τη μία με τον Μπακ Στρονγκ, το ίνδαλμα της Οπερας, κι είχε ένα παιδί, έναν δεκατετράχρονο γυιό που ήταν κλεισμένος σ' ένα ίδρυμα που εκείνη αποκαλούσε "ακαδημία διόρθωσης".
"Ηταν δύσκολο παιδί" του είπε. "Του άρεσε να πυροβολεί τους περαστικούς από το παράθυρο μ' ένα αεροβόλο και να κλέβει από το Γούλγουορθς. απαίσιος τύπος, ακριβώς σαν εσένα."
Παρ' όλα αυτά η Αννα ήταν καλή μαζί του και στις λιγότερο καταθληπτικές, τις λιγότερο μοχθηρές στιγμές της τον άκουγε ευγενικά να γκρινιάζει για τα προβλήματά του, τον άκουγε να εξηγεί γιατί ήταν έτσι όπως ήταν. Ολη του τη ζωή ένας κλέφτης του μοίραζε τα λάθος χαρτιά. Αποδίδοντας στην Αννα όλα τα βίτσια εκτός από τη βλακεία του άρεσε να την χρησιμοποιεί σαν εξομολογητή του. δεν υπήρχε τίποτα που να της έλεγε και να μην το αποδεχόταν. Της έλεγε: "Είπα στον Κουνάρντ πολλά ψέματα για την Μάργκαρετ, υποθέτω πως είναι χοντρή μαλακία, αλλά κι εκείνη θα έκανε το ίδιο για μένα. κι όπως και νάχει δεν θέλω να την απολύσει, αλλά να την μεταφέρει στο γραφείο του Σικάγο".
Η της έλεγε: "Ημουν σ ένα βιβλιοπωλείο κι ήταν εκεί ένας άντρας κι αρχίσαμε να μιλάμε. ήταν μεσήλικας, αρκετά συμπαθητικός, πολύ έξυπνος. Οταν βγήκα έξω με ακολούθησε από κάποια απόσταση. Πέρασα απέναντι, πέρασε απέναντι, άρχισα να περπατάω πιο γρήγορα, εκανε το ίδιο. Αυτό συνεχίστηκε για εξη - επτά τετράγωνα κι όταν τελικά κατάλαβα τι συνέβαινε, ένοιωσα κάτι να μ ερεθίζει, ένοιωσα την ανάγκη να τον κοροιδέψω. Ετσι σταμάτησα σε μια γωνία και έκανα νόημα σ ένα ταξί. ύστερα γύρισα και τον κοίταξα επίμονα κι αυτός βιάστηκε να έρθει προς το μέρος μου, όλο χαμόγελα. Τότε εγώ χώθηκα μέσα στο ταξί κι έκλεισα την πόρτα κι έβγαλα το κεφάλι από το παράθυρο κι άρχισα να γελάω. έπρεπε να έβλεπες το ύφος του, Θεέ μου, ήταν για γέλια. Και πές μου, Αννα, γιατί το έκανα αυτό το πράγμα; Ηταν σαν να ξεπλήρωνα όλους αυτούς που μ εχουν πληγώσει, αλλά ήταν και κάτι άλλο επίσης". Ελεγε αυτές τις ιστορίες στην Αννα, κι ύστερα πήγαινε στο σπίτι για ύπνο. Τα όνειρά του ήταν ήσυχα.
Το πρόβλημα της αγάπης τον απασχολούσε, κυρίως επειδή δεν το θεωρούσε πρόβλημα. Παρ όλα καταλάβαινε πως δεν τον αγαπούσαν. Αυτή η γνώση ήταν σαν μια δεύτερη καρδιά που χτυπούσε μέσα του. Αλλά δεν υπήρχε κανείς που να τον αγαπάει. Η Αννα, ίσως. Τον αγαπούσε η Αννα; "Α", είπε η Αννα "πότε τα πράγματα είναι αυτό που φαίνονται; Αλλοτε είναι μία κάμπια, άλλοτε ένας βάτραχος. Μοιάζει με χρυσάφι αλλά το βάζεις στο χέρι σου κι αφήνει μια πράσινη σκουριά. Πάρε για παράδειγμα τον δεύτερο άντρα μου. έμοιαζε να είναι εντάξει άνθρωπος κι αποδείχτηκε πως ήταν ένα κάθαρμα. Κοίτα τριγύρω σ αυτό το δωμάτιο. ούτε στικς δεν μπορεί κανείς να κάψει σ αυτό το τζακι, κι αυτοί οι καθρέφτες μεγαλώνουν τον χώρο, λένε ένα ψέμμα. Τίποτα Γουόλτερ δεν είναι αυτό που φαίνεται. Τα χριστουγεννιάτικα δέντρα είναι πλαστικά και το χιόνι δεν είναι παρά βαμβάκι πάνω σε πλαστικά κλαδιά. Μέσα μας φτερουγίζει κάτι που λέγεται ψυχή, κι όταν πεθάνεις δεν είσαι ποτέ νεκρός. κι όταν ζεις δεν είσαι ποτέ ζωντανός. Και θες να μάθεις αν σ αγαπώ; Μη γίνεσαι χαζός, Γουόλτερ, δεν είμαστε καν φίλοι..."
4.
Ακου, ο ανεμιστήρας. περιστρεφόμενες ρόδες από ψίθυρους. είπε είπες είπανε είπαμε γύρω - γύρω, γρήγορα κι αργά τη στιγμή που ο χρόνος ανακαλούσε τον εαυτό του σε ατέλειωτες συνομιλίες. Παλιός ανεμιστήρας που σπάζει τη σιωπή. τρεις τρεις τρεις Αυγούστου.
Τρεις Αυγούστου, Παρασκευή, και τ όνομά του ήταν εκεί, στη στήλη του Γουιντσέλ. "Ο Γουόλτερ Ράνει, σημαντικό στέλεχος διαφημιστικής εταιρείας και η κληρονόμος των γαλακτοκομικών προιόντων Ρόζα Κούπερ λένε στους φίλους τους πως ετοιμάζονται για γάμο". Ο ίδιος ο Γουόλτερ είχε δώσει αυτή την πληροφορία σ ένα φίλο ενός φίλου του Γουιντσέλ. Τόδειξε στο γκαρσόνι στο Γουίλανς που πήρε πρωινό. "Αυτός είμαι εγώ, εγώ είμαι αυτός ο τύπος" είπε και το ύφος του γκαρσονιού τον βοήθησε στη χώνεψή του.
Αργησε να πάει στη δουλειά εκείνο το πρωινό και καθώς περνούσε από τον διάδρομο με τα γραφεία ένοιωσε να τον ακολουθεί μια αναστάτωση στις δακτυλογράφους. Κανείς δεν είπε τίποτα παρ όλα αυτά. Γύρω στις έντεκα, ύστερα από μια ευχάριστη ώρα κατά τη διάρκεια της οποίας δεν έκανε τίποτα άλλο από το νοιώθει ενθουσιασμένος, κατέβηκε στο καφενείο για έναν καφέ. Τρεις άντρες από το γραφείο ήταν εκεί, ο Τζάκσον, ο Ρίτερ και ο Μπιρντ, κι όταν μπηκε ο Γουόλτερ, ο Τζάκσον σκούντισε τον Μπιρντ και ο Μπιρντ τον Ρίτερ, κι όλοι στράφηκαν προς το μέρος του. "Τι έγινε μεγάλε' του είπε ο Τζάκσον, ένας ροδαλός άντρας πρόωρα καραφλός, και οι άλλοι δύο γέλασαν. Κάνοντας πως δεν άκουσε ο Γουόλτερ μπήκε σ έναν τηλεφωνικό θάλαμο. "Μαλάκες" είπε καθώς έκανε πως έπαιρνε έναν αριθμό. Και τελικά, αφού περίμενε μέχρι να φύγουν, έκανε ένα πραγματικό τηλεφώνημα "Για σου Ρόζα, μήπως σε ξύπνησα;"
"Οχι."
"Είδες τη στήλη του Γουιντσέλ;"
"Ναι."
Ο Γουόλτερ γέλασε. "Απορώ που βρίσκει τις πληροφορίες του."
Σιωπή.
"Τι συμβαίνει; Ακούγεσαι παράξενα."
"Ναι, ε;"
"Μήπως είσαι θυμωμένη;"
"Απλά απογοητευμένη."
"Από τι;"
Σιωπή. Κι ύστερα:"Ηταν φτηνό αυτό που έκανες Γουόλτερ, πολύ φτηνό."
"Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς."
"Αντίο, Γουόλτερ."
Βγαίνοντας έξω πλήρωσε στο ταμείο έναν καφέ που όμως είχε ξεχάσει να πάρει. Υπήρχε ένα κουρείο στο κτίριο. Είπε πως ήθελε ξύρισμα - οχι καλύτερα κι ένα κούρεμα μαζί - και ξαφνικά βλέποντας τον εαυτό του στον κεθρέφτη, με το πρόσωπό του ν αντανακλάται χλωμό σαν το ξυραφάκι του κουρέα, κατάλαβε πως δεν ήξερε τι ζητούσε. Η Ρόζα είχε δίκιο, ήταν φτηνός. Ηταν πάντα πρόθυμος να ομολογήσει τα λάθη του γιατί με το να τα παραδέχεται ήταν σαν τα εξαφάνιζε. Ανέβηκε πίσω στη δουλειά του και κάθησε στο γραφείο του κι ένοιωσε λες κι αιμμοραγούσε μέσα του, κι ευχήθηκε να πίστευε στον Θεό. Ενα περιστέρι στάθηκε στο πρεβάζι του παραθύρου του. Για λίγο έμεινε να παρακολουθεί τα φτερά του που έλουζε ο ήλιος, την ασταθή ηρεμία των κινήσεών του. έπειτα πριν καν καλά καλά συνειδητοποιήσει τι έκανε πήρε ένα γυάλινο τασάκι και το πέταξε. το περιστέρι πέταξε προς τα πάνω, το τασάκι έπεσε προς τα κάτω σαν τεράστια σταγόνα βροχής. ας υποθέσουμε πως χτυπαει κάποιον σκέφτηκε, περιμένοντας ν ακούσει μια κραυγή, πως σκοτώνει κάποιον. Αλλά δεν ακούστηκε τίποτα. Μόνο ο θόρυβος από τις γραφομηχανές, κι ένα χτύπημα στην πόρτα του! "Ράνει ο ΚΚ θέλει να σε δεί."
"Λυπάμαι" είπε ο κ Κουνάρντ, παίζοντας με μια χρυσή πέννα. "Αν θέλεις μπορώ να σου δώσω μια συστατική επιστολή".
Τώρα στο ασανσέρ όλοι οι εχθροί του τον στρίμωξαν μεταξύ τους. Ηταν και η Μάργκαρετ με μια γαλάζια κορδέλα στα μαλλιά. Τον κοίταξε και το πρόσωπό της ήταν διαφορετικό από των άλλων, όχι τόσο άδειο όσο των άλλων και στείρο. εδώ υπήρχε ακόμα συμπάθεια. Ομως καθώς τον κοίταζε, κοίταζε και πέρα απ αυτόν. Ονειρεύομαι, σκέφτηκε. δεν έπρεπε να επιτρέψει στον εαυτό του να σκέφτεται διαφορετικά. κι όμως κάτω από τη μασχάλη του κουβαλούσε την ματαίωση του ονείρου, έναν φάκελο με τα προσωπικά του αντικείμενα από το γραφείο του. Οταν το ασανσέρ άδειασε στο ισόγειο ήξερε πως έπρεπε να μιλήσει στην Μάργκαρετ, να της ζητήσει να τον συγχωρέσει, να εκλιπαρήσει για την προστασία της, αλλά εκείνη απομακρυνόταν γρήγορα προς την έξοδο και χανόταν ανάμεσα στους εχθρούς του. Σ αγαπώ είπε τρέχοντας πίσω της, σ αγαπώ, είπε, μη λέγοντας τίποτα.
"Μάργκαρετ! Μάργκαρετ!"
Στράφηκε προς το μέρος του. Η γαλάζια κορδέλα ταίριαζε με τα μάτια της και τα μάτια της καθώς έπεσαν πάνω του, μαλάκωσαν, έγιναν σχεδόν φιλικά. Σαν να τον λυπόταν.
"Σε παρακαλώ" της είπε "σκέφτηκα πως θα μπορούσαμε να πιούμε ένα ποτό μαζί, ίσως στου Μπένυ. Μας άρεσε στου Μπένυ, θυμάσαι;"
Κούνησε το κεφάλι της. "Εχω ραντεβού κι έχω αργήσει."
"Ω."
"Ναι - λοιπόν έχω αργήσει" είπε κι άρχισε να τρέχει. Απέμεινε να την κοιτάει καθώς έτρεχε στο δρόμο, με την κορδέλα να πετάει, λαμπυρίζοντας στο καλοκαιρινό φως. Κι ύστερα εξαφανίστηκε.
Το διαμέρισμά του, ένα δυάρι στο Γκράμερσι Πάρκ, χρειαζόταν αέρισμα και καθάρισμα, αλλά ο Γουόλτερ, αφού έβαλε ένα ποτό, είπε δεν πάει στο διάολο και ξάπλωσε στον καναπέ. Ποιός ο λόγος; Ο,τι και νάκανες, όσο σκληρά κι αν προσπαθούσες, όλα κατέληγαν στο μηδέν. κάθε μέρα, παντού, όλοι πιάνονταν κορόιδα και ποιόν να κατηγορήσεις; Ηταν περίεργο όμως. καθισμένος εκεί πίνοντας ουίσκι στο σκοτεινό δωμάτιο ένοιωσε πιο ήρεμος από ένας Θεός ξέρει πότε. Ηταν όπως τότε που είχε αποτύχει στο διαγώνισμα της Αλγεβρας κι ένοιωσε τόσο ανακουφισμένος, τόσο ελεύθερος. η αποτυχία ήταν χειροπιαστή, μια βεβαιότητα κι υπάρχει πάντα γαλήνη στις βεβαιότητες. Τώρα θα έφευγε από τη Νέα Υόρκη, θα πήγαινε κάπου διακοπές. είχε μερικές εκατοντάδες δολάρια, θα του έφταναν μέχρι το φθινόπωρο.
Και τώρα, σκεφτόμενος που θα μπορούσε να πάει, είδε ξαφνικά, σαν νάχει αρχίσει μια ταινία στο μυαλό του, μεταξωτά καπέλα, βυσινιά και κίτρινα, και μικροκαμωμένοι άντρες με σοφά πρόσωπα φορόντας φανταχτερά πουκάμισα με βούλες. Κλείνοντας τα μάτια ήταν ξαφνικά πέντε χρονών και ήταν υπέροχο να θυμάται τα χειροκροτήματα, τα χοτ ντογκ, τα μεγάλα κυάλια του πατέρα του. Σαρατόγκα! Σκιές σκοτείνιασαν το πρόσωπό του στον φως του ήλιου που βασίλευε. Αναψε μια λάμπα, έβαλε άλλο ένα ποτό, έβαλε ένα δίσκο με ρούμπα στο πικ απ, και άρχισε να χορεύει, με τις σόλες των παπουτσιών του να ψιθυρίζουν στο πάτωμα. πάντοτε νόμιζε πως με λίγη εξάσκηση θα μπορούσε να γίνει επαγγελματίας.
Τη στιγμή που τέλειωσε η μουσική χτύπησε το τηλέφωνο. Απλά απέμεινε εκεί πέρα, φοβόταν να το σηκώσει, και το φως από τη λάμπα, τα έπιπλα, ολα στο δωμάτιο έμοιαζαν νεκρά. Οταν τελικά νόμισε πως σταμάτησε άρχισε να χτυπάει ξανά. πιο δυνατά και πιο επίμονα. Σκόνταψε σ ένα σκαμπό, σήκωσε το ακουστικό, του έπεσε, το έπιασε ξανά, ειπε "Ναι;"
Υπεραστικό. ένα τηλεφώνημα από μια πόλη στην Πενσυλβάνια, το όνομα της οποίας δεν συγκράτησε. Μετά από μερικούς σπαστικούς ήχους μια φωνή, στεγνή και άφυλη και διαφορετική απ οτιδήποτε είχε ακούσει πριν του ειπε: "Γιά σου Γουόλτερ"
"Ποιός είναι;"
Δεν απάντησε κανείς, μόνο ένας ήχος βαριάς ανάσας. η σύνδεση ήταν τόσο καλή που είχε την εντύπωση πως όποιος ήταν στην γραμμή είχε κολήσει τα χείλη του στο αυτί του."Δεν γουστάρω αστεία. Ποιός είναι;"
"Ω με ξέρεις Γουόλτερ. Με ξέρεις εδω και καιρό." Ενα κλικ κι ύστερα τίποτα.
5.
Ηταν νύχτα κι έβρεχε όταν έφτασε στη Σαρατόγκα. Είχε κοιμηθεί το μεγαλύτερο μέρος του ταξειδιού, ιδρώνοντας μέσα στη ζεστή υγρασία του βαγονιού, και ονειρεύτηκε ένα παλιό κάστρο στο ποίο ζούσαν μόνο κάτι γαλοπούλες κι ονειρεύτηκε ένα όνειρο με τον πατέρα του, τον Κουνάρντ, κάποιον χωρίς πρόσωπο, την Μάργκαρετ και τη Ρόζα, την Αννα Στίμσον και μια περίεργη χοντρή γυναίκα με διαμαντένια μάτια. Στεκόταν σ έναν μακρύ, έρημο δρόμο. εκτός από μια πομπή από μαύρα αυτοκίνητα που έμοιαζαν με νεκροφόρες δεν υπήρχαν άλλα σημάδια ζωής στον δρόμο. Παρ όλα αυτά γνώριζε πως μάτια που δεν έβλεπε παρακολουθούσαν τη γύμνια του από κάθε παράθυρο και έγνεψε απεγνωσμένα στην πρώτη από τις λιμουζίνες. σταμάτησε κι ένας άντρας, ο πατέρας του, τον προσκαλούσε κρατόντας ανοιχτή την πόρτα. Μπαμπά, φώναξε, τρέχοντας προς το μέρος του κι η πόρτα έκλεισε, συνθλίβοντας το χέρι του, κι ο πατέρας του μ ένα βροντερό γέλιο, έσκυψε από το παράθυρο και του πέταξε μια αγκαλιά τριαντάφυλλα. Στο δεύτερο αυτοκίνητο ήταν η Μάργκαρετ, στο τρίτο η γυναίκα με τα διαμαντένια μάτια (έμοιαζε με την κυρία Κέισι, την καθηγήτρια που του δίδασκε άλγεβρα), στο τέταρτο ο κ Κουνάρντ με τον νέο προστατευόμενό του, τον ανθρωπο χωρίς πρόσωπο. Ολες οι πόρτες άνοιξαν, όλες έκλεισαν, όλοι γέλασαν και πέταξαν τριαντάφυλλα. Η πομπή απομακρύνθηκε στον ήσυχο δρόμο. Και με μια τρομερή κραυγή ο Γουόλτερ ρίχτηκε στο σωρό από τριαντάφυλλα, τ αγκάθια τους του άνοιξαν πληγές και μια ξαφνική βροχή, μια γκρίζα νεροποντή, διέλυσε τα μπουμπούκια και ξέπλυνε το χλωμό αίμα που κυλούσε στα πέταλά τους.
Το επίμονο βλέμμα της γυναίκας που καθόταν απέναντί του τον έκανε να καταλάβει πως είχε φωνάξει στον ύπνο του. Της χαμογέλασε δειλά, κι εκείνη απέτρεψε το βλέμμα της με, φαντάστηκε, αμηχανία. Ηταν ανάπηρη. στο αριστερό της πόδι φορούσε ένα τεράστιο παπούτσι. Αργότερα στον σιδηροδρομικό σταθμό της Σαρατόγκα, την βοήθησε με τις αποσκευές της και μοιράστηκαν το ταξί. δεν μιλούσαν. ο καθένας καθόταν στη γωνιά του κοιτάζοντας τη βροχή, τα θολά φώτα. Μερικές ώρες νωρίτερα, στη Νέα Υόρκη, σήκωσε από την τράπεζα όλες τις οικονομίες του, κλείδωσε την πόρτα του σπιτιού του και έφυγε χωρίς ν αφήσει μηνύματα. σ αυτή, εδώ την πόλη δεν τον ήξερε ψυχή. Ηταν ένα ωραία συναίσθημα.
Το ξενοδοχείο ήταν γεμάτο. εκτός απ όσους είχαν έρθει να παίξουν στον ιππόδρομο, του είπε ο άντρας στην ρεσεψιόν, γινόταν κι ένα ιατρικό συνέδριο. Οχι, λυπόταν, δεν γνώριζε αν υπήρχαν κενά δωμάτια σε κάποιο άλλο ξενοδοχείο. Ισως αύριο.
Ετσι ο Γουόλτερ πήγε στο μπαρ. Αν ήταν να περάσει τη βραδυά του ξάγρυπνος, ας ήταν τουλάχιστον μεθυσμένος. Το μπαρ, πολύ φαρδύ, πολύ ζεστό και θορυβώδες λαμπύριζε με γκροτέσκα καλοκαιρινά στολίδια κι ήταν γεμάτο χλωμούς φωνακλάδες άντρες που φόραγαν φτηνά πουκάμισσα. υστερα από μερικά ποτά ο θόρυβος έμοιαζε να απομακρύνεται. Στη συνέχεια, κοιτόντας γύρω του, είδε την ανάπηρη. Ηταν μόνη της σ ένα τραπέζι, όπου καθόταν κι έπινε με κομψές κινήσεις ένα λικέρ μέντα. Αντάλλαξαν ένα χαμόγελο. Ο Γουόλτερ σηκώθηκε και πήγε προς το τραπέζι της. "Δεν είμαστε και ξένοι" είπε εκείνη καθώς ο Γουόλτερ καθόταν. "Ηρθες εδώ για τον ιππόδρομο, υποθέτω".
"Οχι," είπε ο Γουόλτερ, "διακοπές. Εσύ;"
Εσφιξε τα χείλη της. "Ισως να πρόσεξες πως έχω ένα ξύλινο πόδι. Ε καλά τώρα μην κάνεις πως εξεπλάγης. το ρόσεξες, όλοι το προσέχουν. Τέλος πάντων..." είπε παίζοντας με το καλαμάκι στο ποτό της "βλέπεις ο γιατρός μου πρόκειται να κάνει μια εισήγηση, πρόκειται να μιλήσει για την περίπτωσή μου και το πόδι μου γιατί είμαι πολύ ειδική περίπτωση. Θεέ μου, φοβάμαι. Εννοώ θα πρέπει να τους δείξω το πόδι μου."
Ο Γουόλτερ είπε πως λυπόταν, κι εκείνη του είπε οτι δεν χρειάζεται να λυπάται για τίποτα. στο κάτω κάτω έκανε κι εκείνη λίγες διακοπές, έτσι δεν είναι; "Κι είχα έξι χρόνια να φύγω από τη Νέα Υόρκη. Πριν έξι χρόνια είχα πάει για μια εβδομάδα στο Πανδοχείο Μπέαρ Μάουντεν." Τα μάγουλά της ήταν κόκκινα, και τα μάτια της που βρίσκονταν πολύ κοντά το ένα στο άλλο, είχαν το χρώμα της λεβάντας κι ήταν έντονα. έμοιαζαν να μην ανοιγοκλείνουν ποτέ. Φορούσε μια χρυσή βέρα στο μεσαίο της δάχτυλο. σίγουρα υποκρινόταν την παντρεμένη. δεν ξεγελούσε κανέναν.
"Είμαι οικιακή βοηθός" του είπε απαντόντας στην ερώτησή του. "Και δεν ντρέπομαι γι αυτό. Είναι μια τίμια δουλειά και μ αρέσει. Το ζευγάρι που δουλεύω έχουν ένα πολύ χαριτωμένο παιδί, τον Ρόνι. Του φέρομαι καλύτερα από τη μητέρα του και μ αγαπάει περισότερο. Η μάνα του πίνει όλη μέρα."
Του προξενούσε κατάθλιψη να τ ακούει όλα αυτά, αλλά ο Γουόλτερ, φοβισμένος ξαφνικά να μείνει μόνος, έμεινε εκεί και έπινε και της μίλαγε όπως μιλούσε κάποτε στην Αννα Στίμσον. Σςςς! του είπε σε κάποιο σημείο, γιατί η φωνή του είχε υψωθεί αρκετά και πολλοί τριγύρω τους κοίταζαν. Ο Γουόλτερ είπε να πάνε στο διάβολο, δεν τον ένοιαζε. ήταν λες και το μυαλό του ήταν από γυαλί κι όλο το ουίσκι που είχε πιεί είχε γίνει ένα σφυρί. μπορούσε να νοιώσει τα σπασμένα κομάτια να κουνιούνται μέσα στο κεφάλι του, θολώνοντας τα πράγματα γύρω του, παραμορφώνοντας το σχήμα τους. η ανάπηρη για παράδειγμα, έμοιαζε όχι ένα αλλά περισότερα πρόσωπα. έμοιαζε να είναι ο Ιρβινγκ, η μητέρα του, ένας άντρας που τον έλεγαν Βοναπάρτη, η Μάργκαρετ και άλλοι. όλο και πιο πολύ συνειδητοποιούσε πως η εμειρία είναι ένας κύκλος από τον οποίο καμιά στιγμή δεν μπορούσες να απομονώσεις ή να ξεχάσεις.
6.
Το μπάρ έκλεινε. Πλήρωσαν μισό μισό τον λογαριασμό και καθώς περίμεναν τα ρέστα, και οι δύο παρέμειναν σιωπηλοί. Παρακολουθόντας τον με τα μάτια της που είχαν το χρώμα της λεβάντας και δεν ανοιγόκλειναν έμοιαζε να διαθέτει αυτοέλεγχο, αλλά μέσα της, ο Γουόλτερ μπορούσε να το καταλάβει, σιγόκαιγε μια ενόχληση. Οταν το γκαρσόνι επέστρεψε μοιράσανε τα ρέστα κι εκείνη είπε: "Αν θέλεις, μπορείς να έρθεις στο δωμάτιό μου." Ενα κοκκίνισμα κάλυψε το πρόσωπό της. "Ενοώ, είπες πως δεν είχες κάπου να μείνεις..." Ο Γουόλτερ άπλωσε το χέρι του κι έπιασε το δικό της. το χαμόγελό της ήταν ντροπαλό.
Βγήκε από την τουαλέτα, λουσμένη σ ένα φτηνό άρωμα, φορόντας μόνο ένα κιμονό στο χρώμα του δέρματος και το τερατώδες μαύρο παπούτσι. Τότε ήταν που κατάλαβε ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να κάνει αυτό που πήγαινε να κάνει. Και ποτέ δεν είχε νοιώσει τόσο λυπημένος για τον εαυτό του. ούτε η Αννα Στίμσον δεν θα του συγχωρούσε ποτέ κάτι τέτοιο. "Μην κοιτάς" είπε εκείνη, κι υπήρχε ένα τρέμουλο στη φωνή της "αισθάνομαι παράξενα κάθε φορά που κάποιος βλέπει το πόδι μου."
Ο Γουόλτερ στράφηκε προς το παράθυρο, είδε τα φύλλα της λεύκας να γυαλίζουν στη βροχή και τις αστραπές, πολύ μακρυά για να ακουστούν και βροντές, να λάμπουν μ ένα άσπρο φως. "Εντάξει" είπε εκείνη. Ο Γουόλτερ δεν κουνήθηκε.
"Εντάξει" είπε πάλι αγχωμένα. "Να σβήσω το φως; Εννοώ μήπως θέλεις να ετοιμαστείς στα σκοτεινά;"
Ο Γουόλτερ πλησίασε το κρεβάτι έσκυψε και την φίλησε στο μάγουλο. "Νομίζω πως είσαι πολύ γλυκιά, αλλά..."
Το τηλέφωνο τον διέκοψε. Τον κοίταξε απορημένη. "Χριστέ μου" είπε και έκλεισε το στόμα της με το χέρι της "είναι υπεραστικό! Στοιχηματίζω πως είναι για τον Ρόνι. Είμαι σίγουρη πως αρώστησε, ή - εμπρός - τι; - Ράνει; Θεέ μου όχι, κάνετε λάθος...."
"Περίμενε," είπε ο Γουόλτερ, παίρνοντας το ακουστικό. "Εγώ είμαι, εγώ είμαι ο Γουόλτερ Ράνει."
"Γειά σου Γουόλτερ."
Η φωνή, απαθής, άφυλη και απόμακρη, τον χτύπησε κατευθείαν στο στομάχι. Το δωμάτιο έμοιαζε να κουνιέται. Σταγόνες από ιδρώτα εμφανίστηκαν στο πάνω χείλος του. "Ποιός είναι;" είπε τόσο αργά που οι λέξεις έμοιαζαν ασύνδετες μεταξύ τους.
"Ω, με ξέρεις Γουόλτερ. Με ξέρεις εδώ και πολύ καιρό." Υστερα σιωπή. όποιος κι άν ήταν είχε κλείσει.
"Χριστέ μου," είπε η γυναίκα "πως ήξεραν πως είσαι στο δωμάτιό μου; Ενοώ - ήταν άσχημα νέα; Μοιάζεις σαν να..."
Ο Γουόλτερ ξάπλωσε πάνω της, την τράβηξε στην αγκαλιά του, ακουμπόντας το υγρό μαγουλό του στο δικό της. "Κράτα με" της είπε, ανακαλύπτοντας ότι ακόμα μπορούσε να κλαίει. "Κράτα με, σε παρακαλώ."
"Μικρό φτωχό μου αγόρι" του είπε χτυπόντας τον στην πλάτη. "Είμαστε μόνοι σ αυτόν τον κόσμο, δεν είμαστε;" Κι έτσι τον πήρε ο ύπνος στην αγκαλιά της.
Ομως δεν είχε μπορέσει να ξανακοιμηθεί από τότε, ούτε και τώρα μπορούσε, κι ούτε τον βοηθούσε να ακούει την τεμπέλικη περιστροφή του ανεμιστήρα. στην περιστροφή του μπορούσε ν ακούσει τις ρόδες των τραίνων, Σαρατόγκα - Νέα Υόρκη, Νέα Υόρκη - Νέα Ορλεάνη. Και δεν είχε διαλέξει την Νέα Ορλεάνη για κανέναν άλλον λόγο, εκτός από το γεγονός πως ήταν μια πόλη γεμάτη ξένους και μακρυνή. Ο ανεμιστήρας γύριζε, φωνές και ψίθυροι, γύρω - γύρω. και τελικά, όπως το έβλεπε τώρα, δεν υπήρχε τέλος σ αυτό το δίκτυο του φθόνου και της μοχθηρίας, κανένα τέλος.
Νερό ακούστηκε να κυλάει στους σωλήνες, κάποια βήματα απομακρύνθηκαν, κλειδιά ακούστηκαν στον διάδρομο, ένας εκφωνητής ειδήσεων κάτι ακούστηκε να λέει από μακρυά, στο διπλανό δωμάτιο ένα κοριτσάκι ρωτούσε γιατι; γιατι; ΓΙΑΤΙ; Ομως στο δωμάτιό του επικρατούσε μια αίσθηση σιωπής. Τα πόδια του που έλαμπαν στο ημίφως έμοιαζαν με ακρωτηριασμένη πέτρα. Τα γυαλιστερά του νύχια έμοιαζαν με δέκα μικρούς καθρέφτες. Ανασηκώθηκε και σκούπισε τον ιδρώτα του με μια πετσέτα. τώρα περισότερο απ ότιδήποτε άλλο τον φόβιζε η ζέστη, γιατί τον έκανε να συνειδητοποιεί πόσο αβοήθητος ήταν. Πέταξε την πετσέτα στην άλλη άκρη του δωματίου, όπου προσγειώθηκε σε μια λάμπα κι άρχισε να κουνιέται σαν εκκρεμές. Εκείνη τη στιγμή το τηλέφωνο άρχισε να χτυπάει. Και να χτυπάει. Και χτυπούσε τόσο δυνατά που ήταν σίγουρος πως ακουγόταν σ όλο το ξενοδοχείο. Ενας στρατός σύντομα θα χτυπόυσε την πόρτα του. Ετσι έχωσε το πρόσωπό του στο μαξιλάρι, κάλυψε τ αυτιά του με τα χέρια του και σκέφτηκε: Μη σκέφτεσαι τίποτα αλλο, σκέψου τον άνεμο.
Friday, April 08, 2005
ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ - ΒΗΜΑGAZINO - ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2003
Ο Γκορ Βιντάλ είναι όχι μόνο ένας από τους κορυφαίους αμερικανούς διανοούμενους, αλλά και ένας από τους πιο γενναίους. Σε ένα πολιτικό κλίμα όπου επικρατεί το αξίωμα του προέδρου Τζορτζ Μπους "όποιος δεν είναι μαζί μας, είναι εναντίον μας" ο Βιντάλ τολμάει να μην είναι μαζί τους.
Με το κοφτερό του πνεύμα ασκεί σκληρή κριτική όχι μόνο στην κυβέρνηση Μπους την οποία αποκαλεί "χούντα", αλλά και σε όλους εκείνους τους μηχανισμούς που τον τελευταίο καιρό προσπαθούν να μετατρέψουν, όπως λέει, "τον Χάρτη των Πολιτικών Δικαιωμάτων σε κουρελόχαρτο".
Γεννήθηκε το 1925 στη Στρατιωτική Ακαδημία των ΗΠΑ στο Γουέστ Πόιντ και μεγάλωσε στην Ουάσιγκτον. Ο παπούς του ήταν γερουσιαστής και ένας από τους ιδρυτές της πολιτείας της Οκλαχόμα. Ο πατέρας του ήταν υπουργός αεροπορίας στην κυβέρνηση του προέδρου Ρούζβελτ. Η Τζάκι Κένεντυ Ωνάση ήταν ετεροθαλής αδελφή του και ο Αλ Γκορ μακρυνός συγγενής του. Η πολιτική είναι στο αίμα του. Οπως είχε πει κάποτε στο περιοδικό Time "το μόνο που ήθελα πολύ στη ζωή μου είναι να γίνω Πρόεδρος".
Δημοσίευσε το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο Williwaw το 1946 σε ηλικία 21 ετών. Οταν δύο χρόνια αργότερα κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά του The city and the pillar, ο Γκόρ Βιντάλ μπήκε στη μαύρη λίστα λόγω του ομοφυλοφιλικού περιεχομένου του. Στη δεκαετία του 1960 τρία βιβλία του - Ιουλιανός, Ουάσιγκτον και Μάιρα Μπρέκινριτζ - απέσπασαν πολύ καλές κριτικές και τον καθιέρωσαν διαθνώς.
Το 1993 η συλλογή δοκιμίων του με τίτλο "Ηνωμένες Πολιτείες" κέρδισε το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου. Το 1995 κυκλοφόρησε η αυτοβιογραφία του με τίτλο Palimpsest. Το τελευταίο του μυθιστόρημα έχει τίτλο Χρυσή Εποχή.
Η κριτική που ασκεί στα αμερικανικά κέντρα εξουσίας και τα σχόλιά του προκαλούν πάντα συζητήσεις. Εχει αποκαλέσει τις ΗΠΑ, Ηνωμένες Πολιτείας της Αμνησίας. Αναφερόμενος στη δυσλεξία του Τζόρτζ Μπούς αναρωτήθηκε "πως είναι δυνατόν ένας νοήμων πολίτης να ψηφίσει κάποιον που δεν μπορεί ούτε να γράψει , ούτε να διαβάσει;".
Πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησε και στα ελληνικά (εκδόσεις Scripta) μια συλλογή δοκιμίων με τίτλο "Διαρκής Πόλεμος για Διαρκή Ειρήνη, Πως καταφέραμε να γίνουμε τόσο μισητοί". Κεντρική θέση στο βιβλίο αυτό καταλαμβάνει ένα δοκίμιο για τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου το οποίο είχε ζητήσει από τον Βιντάλ το περιοδικό Vanity Fair, αλλά δε δημοσιεύτηκε ποτέ καθώς οι υπεύθυνοι του περιοδικού έκριναν πως παραείταν οχληρό για να δημοσιευθεί στην Αμερική.
Με την ευκαιρία της κυκλοφορίας του βιβλίου αυτού ο Γκορ Βιντάλ μίλησε αποκλειστικά στο ΒΗMAGAZINO.
Συνέντευξη : Δ. Γαλάνης
- Στο τελευταίο σας βιβλίο "Διαρκής Πόλεμος για Διαρκή Ειρήνη, Πως καταφέραμε να γίνουμε τόσο μισητοί" γράφετε πως οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου οφείλονται στο μίσος εναντίον της Αμερικανικής αυτοκρατορίας. Τι είναι λοιπόν αυτό που κάνει την Αμερική τόσο μισητή;
- Οχι μόνο το τελευταίο μου βιβλίο, αλλά και το "Ονειρευόμενοι τον Πόλεμο" (Dreaming War) και πολλά από τα δοκίμιά μου δίνουν απάντηση στο ερώτημά σας. Από το 1898 ανατρέψαμε κυβερνήσεις κρατών, όπως των Φιλιπίνων, τις οποίες είχαμε υπό την κατοχή μας για σχεδόν έναν αιώνα. Ανατρέψαμε κυβερνήσεις στην Αιτή, τον Αγιο Δομήνικο, την Νικαράγουα, την Γουατεμάλα, τον Παναμά και πολύ συχνά εγκαταστήσαμε στις χώρες αυτές στρατιωτικούς δικτάτορες οι οποίοι είχαν αποφητήσει από αμερικανικές στρατιωτικές ακαδημίες όπως το Γουέστ Πόιντ ή απομιμήσεις αυτών των ακαδημιών που είχαμε ιδρύσει σε χώρες της Λατινικής Αμερικής.
Το 1846 επιτεθήκαμε στο Μεξικό και αρπάξαμε από την χώρα αυτή την Καλιφόρνια. Δύο φορές εισβάλαμε στον Καναδά, την πρώτη το 1776 και τη δεύτερη το 1813. Στη συνέχεια επιτεθήκαμε στα νησιά της Καραιβικής. Κι όλα αυτά μόνο στο δυτικό ημισφαίριο ...
Στις αρχές του 20ου αιώνα αμερικανοί πεζοναύτες έκαναν περιπολίες στο Σινικό Τείχος στην Κίνα. Μέσω του ΝΑΤΟ, ασκούσαμε άμμεσο έλεγχο στην Δυτική Ευρώπη κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, τον οποίο ξεκίνησε ο πρόεδρος Τρούμαν προκειμένου να μετατρέψει την αμερικανική οικονομία σε μιλιταριστική - ο διαρκής πόλεμος είναι η δική του κληρονομιά.
Ρίξαμε τις ατομικές βόμβες στην Ιαπωνία τον Αύγουστο του 1945 αν και από τον Μαίο του ίδιου χρόνου οι Ιάπωνες είχαν εκφράσει την πρόθεσή τους να παραδοθούν. Σήμερα προκειμένου να ελέγξουμε τα παγκόσμια αποθέματα πετρελαίου επιτεθήκαμε σε δύο χώρες χωρίς να μας προκαλέσουν (δεν υπήρχαν όπλα μαζικής καταστροφής στο Ιρακ, δεν αποδείχτηκαν ποτέ οι σχέσεις των Ταλιμπάν με τον Οσάμα Μπιν Λάντεν). Ολα αυτά θα έλεγα πως είναι παραπάνω από αρκετά για να γίνουμε μισητοί. Παραδόξως το πάθος των ευρωπαίων για την ποπ κουλτούρα μας παραμένει αμείωτο.
- Γνωρίζουμε πως η τρομοκρατία βασίζεται στο μίσος. Γιατί λοιπόν η αμερικανική κυβέρνηση δεν κάνει τίποτα για να μειώσει το μίσος αυτό και κάνει σεχδόν τα πάντα για να το υποδαυλίσει;
- Οταν ο κομμουνισμός κατέρρευσε σαν θρησκεία, μαζί με το Βατικανό του το Κρεμλίνο, οι ΗΠΑ χρειάζονταν έναν νέο παγκόσμιο εχθρό για να αντικαταστήσει τον κομμουνισμό. Στην αρχή εξαπολύσαμε τον Πόλεμο εναντίον των ναρκωτικών, αλλά αυτός δεν πέτυχε και πολλά πράγματ επειδή πολλοί αμερικάνοι έκαναν περιουσίες από τα ναρκωτικά, συμπεριλαμβανομένης της CIA.
Στη συνέχεια εξαπολύσαμε τον πόλεμο ενατίον της τρομοκρατίας, μια αφηρημένης έννοιας που κάνει τον πόλεμο εναντίον της αδύνατο, αφού για να ξεκινήσεις έναν πόλεμο χρειάζεσαι μια χώρα για αντίπαλο κι όχι μια αφηρημένη έννοια. Το ζήτημα είναι πως έχουμε ανάγκη έναν πόλεμο επειδή από το 1950 ο πλούτος της χώρας μας διοχετεύεται στην βαριά πολεμική βιομηχανία και τους εξοπλισμούς. Δεν έχουμε Εθνικό Σύστημα Υγείας για την βαρέως φορολογούμενη μέση τάξη, έχουμε ανεπαρκές σύστημα δημόσιας εκπαίδευσης.
Με λίγα λόγια είμαστε μια τριτοκοσμική χώρα που διαθέτει έναν στρατό χώρας του ανεπτυγμένου κόσμου. Αυτό λοιπόν που διαθέτουμε το χρησιμοποιούμε αυτή τη στιγμή εναντίον του νέου "εχθρού". Με τον καιρό κάτι θα καταρρεύσει και φοβάμαι πως αυτό το κάτι θα είναι η αδύναμη οικονομία μας.
- Πρόσφατα ο Ντόναλντ Ράμσφελντ δήλωσε πως "είναι πιθανόν να μη βρούμε όπλα μαζικής καταστροφής στο Ιρακ". Πως είναι δυνατόν οι αμερικάνοι πολίτες να στηρίζουν μια κυβέρνηση η οποία ψεύδεται τόσο εμφανώς ;
- Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης ανήκουν στους ίδιους ανθρώπους οι οποίοι κατασκευάζουν τα όπλα, οι οποίοι ελέγχουν όλες τις πηγές ενέργειας και οι οποίοι πληρώνουν τους πολιτικούς : το 2001 έδωσαν 3 δις δολάρια στον Μπούς και τον Γκόρ για την προεκλογική τους εκστρατεία. Οι αμερικανοί πολίτες έχουν ελάχιστη αν όχι καθόλου ενημέρωση για τη δική τους χώρα και τις αποφάσεις της κυβέρνησής τους ,πολύ λιγότερη δε για τον υπόλοιπο κόσμο. Νομίζω πως αυτό απαντά το ερώτημά σας.
- Πιστεύετε πως η κυβέρνηση του προέδρου Μπούς γνώριζε εκ των προτέρων για τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου και αν ναι γιατί δεν έκαναν τίποτα για να τις αποτρέψουν;
- Εχει αποδειχτεί ότι οι πάντες, από τον Πούτιν μέχρι τον Μουμπάρακ και την Μοσάντ προσπάθησαν να μας προειδοποιήσουν πως κάτι πολύ δυσάρεστο θα μας συνέβαινε, όμως η κυβέρνησή μας ούτε μας πληροφόρησε ούτε μας προστάτευσε. Οι New York Times στις 19 Σεπτεμβρίου 2001 αναφέρουν ότι από το 1996 ο Πακιστανός τρομοκράτης Αμπντούλ Χακίμ Μουράντ είχε ομολογήσει στις ομοσπονδιακές αρχές ότι "μάθαινε να πιλοτάρει αεροπλάνο προκειμένου να το ρίξει πάνω στο αρχηγείο της CIA". Στο βιβλίο μου "Διαρκής Πόλεμος.." αναφέρομαι εκτενώς στο γιατί δεν μας προστάτευσε η κυβέρνησή μας.
(σ.σ. Στο βιβλίο του ο Γκορ Βιντάλ αναφέρει πως η βιασύνη του προέδρου Τζορτζ Μπους να δηλώσει ότι "είμαστε σε πόλεμο με τον Μπιν Λάντεν" οφείλεται στο γεγονός ότι "οι περισότερες ασφαλιστικές εταιρείες έχουν μια ρήτρα που ποροβλέπει ότι δεν είναι υποxρεωμένες να αποζημιώνουν για βλάβες που έχουν προκληθεί από "πολεμική ενέργεια" ... αυτό τώρα σημαίνει ότι εμείς, ο αμερικάνικος λαός, με τα χρήματα που πληρώνουμε για φόρους θα έχουμε την τιμή να ξελασπώσουμε τις ασφαλιστικές εταιρείες, προνόμιο, σπάνιο, που δεν το απολαμβάνει η κάθε γενιά." Αναφέρει επίσης πως το χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου ήταν η τέλεια δικαιολογία για την κυβέρνηση Μπους να ξεκινήσει τον πόλεμο στο Αφγανιστάν και κατόποιν στο Ιράκ με μοναδικό σκοπό να εξασφαλίσει τον έλεγχο των αποθεμάτων πετρελαίου της Κασπίας Θάλασσας και του Ιράκ).
- Πως βλέπετε να διαγράφεται το μέλλον για το Ιράκ;
- Το Ιράκ θα παραμείνει ένα αμερικάνικο προτεκτοράτο μέχρι να τελειώσουν τα αποθέματα του πετρελαίου. Αν λάβουμε υπόψη το μέγεθος των τελευταίων μοντέλων αυτοκινήτων που παράγει η αμερικανική αυτοκινητοβιομηχανία τα αποθέματα αυτά πρόκειται να τελειώσουν σύντομα. Βέβαια υπάρχει πάντα η πιθανότητα να μας ανατρέψουν. Ποτέ κανείς δεν ξέρει.
- Με τις ΗΠΑ να απαξιώνουν τόσο ολοφάνερα τον ρόλο του ΟΗΕ ποιό νομίζεται πως θα είναι το μέλλον του Οργανισμού;
- Βασικά πιστεύω ότι ο Οργανισμός αυτός είναι η μοναδική ελπίδα για τον κόσμο αν και θεωρώ πως δεν θα ήταν κακή ιδέα να αποσυρθούν οι ΗΠΑ από αυτόν για λίγα χρόνια.
- Πως βλέπετε την κρίση στην Μέση Ανατολή;
- Υποθέτω πως οι οπαδοί του κόματος Λικούντ είναι αποφασισμένοι να εξοντώσουν ολοκληρωτικά τους Παλαιστίνιους. Αυτή η προσπάθεια θα πυροδοτήσει τον 3ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ισως ο Μωριάς παραμείνει ένα ασφαλές μέρος για σας τους Ελληνες.
- Στο βιβλίο σας αναφέρετε πως ο Τίμοθι Μακ Βί, ο άνθρωπος που καταδικάστηκε και εκτελέστηκε για την τοποθέτηση της βόμβας στο κτίριο του FBI στην Οκλαχόμα, ήταν μέρος μιας μεγαλύτερης συνομωσίας. Γιατί νομίζετε ότι το FBI ήταν απρόθυμο να ερευνήσει αυτή την συνομωσία και γιατί το Κογκρέσο δεν διερεύνησε αυτή την απροθυμία;
- Η κυβέρνησή μας ενεργεί με απόλυτη μυστικότητα και δεν δίνει λογαριασμό σε κανέναν. Κυβερνάει μέσω εκτελεστικών αποφάσεων. Στο Διαρκής Πόλεμος αναφέρω μερικές από τις πληροφορίες τις οποίες το FBI αρνήθηκε να διερευνήσει σχετικά με την τοποθέτηση της βόμβας στην Οκλαχόμα. Μερικοί από τους πράκτορες του FBI που είχαν προειδοποιήσει για τα χτυπήματα της 11ης Σεπτεμβρίου προσέλαβαν έναν δικηγόρο για να τους εκπροσωπήσει στο δικαστήριο. Ομως η υπόθεση απορίφθηκε και μπήκε στις καλένδες. Με λίγα λόγια αυτή τη στιγμή μας κυβερνάει μια Χούντα μέσα από το Πεντάγωνο. Ο αντιπρόεδρος Ντικ Τσένι είναι ο Μπισμαρκ, ο Καγγελάριος. Ο Ράμσφελντ είναι κάτι ανάλογο στο υπουργείο Αμυνας και ο Κόλιν Πάουελ στον στρατό. Είναι μια κυβέρνηση αφοερωμένη στην αύξηση των εξοπλισμών και στην "ανακάλυψη" νέων εχθρών. Τη μια μέρα είναι ο Οσάμα, την επόμενη ο Σαντάμ.
- Εχετε γράψει στο παρελθόν ότι ο πόλεμος εναντίον των ναρκωτικών έχει ολοκληρωτικά αποτύχει. Πιστεύετε ακόμα ότι η λύση στο πρόβλημα είναι η αποποινικοποίηση των ναρκωτικών;
- Φυσικά. Πιστεύω πως πρέπει να αποποινικοποιηθούν όλα τα ναρκωτικά και να πωλούνται στην τιμή κόστους σε συσκευασίες που θα αναφέρουν επακριβώς τις επιπτώσεις και τις παρενέργειες του καθενός από αυτά. Πιστεύω επίσης πως πρέπει να διαθέσουμε τα τεράστια ποσά που διαθέτουμε στον πόλεμο εναντίον των ναρκωτικών σε θεραπευτικές κοινότητες και κέντρα απεξάρτησης και σε καμπάνιες πληροφόρησης.
- Γιατί λέτε πως ο μονοθεισμός είναι το μεγαλύτερο κακό που συνέβη στη Δύση;
- Στο βιβλίο μου Ιουλιανός αναφέρομαι εκτενώς σ αυτό το θέμα. Για παράδειγμα δείτε την διαφορά στην γλυπτική ανάμεσα στον 5ο πΧ αιώνα και τον 4ο μΧ στην γλυπτική του οποίου μπορείτε να δείτε μια παρακμή, μια αρωστημένη υποταγλη στην εξουσία, την οποία η τέχνη του Φειδία για παράδειγμα ποτέ δεν απεικόνιζε.
- Πιστεύετε πως η υποβάθμιση των προσωπικών ελευθεριών και των πολιτικών δικαιωμάτων στις ΗΠΑ θα χειροτερέψει;
- Ναι. Αλλά νομίζω πως η αντίσταση στο νεο-απολυταρχικό καθεστώς που μας κυβερνά αυτή τη στιγμή όσο πάει και θα μεγαλώνει.
- Γιατί ένα τόσο μεγάλο ποσοστό αμερικανών πολιτών αδιαφορούν για την πολιτική;
- Δεν έχουμε καλά δημόσια σχολεία, τα μέσα ενημέρωσης προβάλουν μια ψευδή εικόνα του τι συμβαίνει. Οι αμερικάνοι που μας έδωσαν το πολίτευμά μας ήσαν ιδιαίτερα ευφυείς. Μας έδωσαν για παράδειγμα τον Χάρτη των Πολιτικών Δικαιωμάτων. Αλλά το 1950 η προεδρευομένη δημοκρατία αντικαταστάθηκε από την αυτοκρατορία. Αυτή τη στιγμή μας κυβερνάνε ολιγαρχικοί που εξυπηρετούν τα συμφέροντα των μεγάλων εταιρειών. Η λέχη δημοκρατία δεν υπάρχει στο σύνταγμά μας. Είμαστε μια προεδρευόμενη δημοκρατία. Η δημοκρατία δοκιμάστηκε μόνο μία φορά στην ανθρώπινη ιστορία, σε σας στην Ελλάδα, από το 510 - 336 πΧ. Κανένα κράτος έκτοτε δεν ριψοκινδύνευσε να τη δοκιμάσει.
Wednesday, March 30, 2005
ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ - ΒΗΜΑ 14/06/98
Είμαι και εγώ, όπως πολλοί από σας, ένας babyboomer. Είναι ένας πολύ γενικός όρος που περιγράφει τη γενιά των ανθρώπων που γεννήθηκαν κάπου ανάμεσα στο 1945 και το 1960, στα χρόνια που ακολούθησαν τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, στα υπέροχα και δύσκολα χρόνια που χρειάστηκαν για να ξανασταθεί ο κόσμος στα πόδια του. Μπορούμε να πούμε πως χοντρικά οι μεγαλύτεροι από μας γεννήθηκαν λίγο μετά τη βόμβα της Χιροσίμα και οι νεότεροι λίγο πριν από τη δολοφονία του προέδρου Τζον Κένεντι.
Αυτή τη στιγμή είμαστε το κατεστημένο. Ελέγχουμε την πολιτική, τις τέχνες, τα γράμματα, τα ΜΜΕ και τις υψηλές θέσεις σε επιχειρήσεις και βιομηχανίες. Ενας από μας είναι πρόεδρος της Αμερικής, κάποιοι είναι μεγιστάνες του πλούτου, άλλοι προικισμένοι καλλιτέχνες, άλλοι διάσημοι σκηνοθέτες και σταρ του Χόλιγουντ, άλλοι βαρόνοι των media και άλλοι φιλόδοξοι πολιτικοί. Οι περισσότεροι είμαστε αυτό που λένε συνηθισμένοι άνθρωποι όλων των τάξεων και όλων των εισοδημάτων. Δεν είμαστε πλέον νέοι αλλά και δεν είμαστε ακόμη γέροι. Οταν ξαπλώνουμε το βράδυ για να κοιμη
θούμε μας αρέσει να σκεφτόμαστε πως δεν τα καταφέραμε και άσχημα. Αλλά τα πάντα γύρω μας μας λένε πως τα έχουμε κάνει θάλασσα. Και αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, πρέπει να το παραδεχτούμε: η γενιά μας είναι μια αποτυχημένη γενιά, που το μόνο που έχει να επιδείξει είναι η μετριότητα, ο εγωισμός και η υποκρισία!
Στην ταινία «Ο Τρίτος Ανθρωπος» ο χαρακτήρας τον οποίο υποδυόταν ο Ορσον Γουέλς έλεγε σε κάποια στιγμή:
«Οι Ιταλοί, στα 30 χρόνια που κράτησε το καθεστώς των Βοργία μπορεί να είχαν να αντιμετωπίσουν τον πόλεμο, τον τρόμο, τις δολοφονίες και τις σφαγές αλλά έβγαλαν επίσης τον Μιχαήλ Αγγελο, τον Λεονάρντο ντα Βίντσι και την Αναγέννηση. Οι Ελβετοί μέσα σε 500 χρόνια ειρήνης και δημοκρατίας το μόνο που έβγαλαν ήταν τα ρολόγια - κούκους». Κάτι ανάλογο θα μπορούσε να σκεφθεί κανείς και για τη γενιά των babyboomers. Μπορεί να μην ήταν 500 χρόνια αλλά σε πέντε δεκαετίες ειρήνης, δημοκρατίας και αφθονίας αυτή η γενιά δεν έβγαλε παρά μόνο ανθρώπους - κούκους.
Η προηγούμενη γενιά, τα παιδιά του πολέμου, είχαν να αντιμετωπίσουν τη φρίκη, την πείνα και την ανέχεια και παρ' όλ' αυτά κατάφεραν όχι μόνο να μας μεγαλώσουν χωρίς να μας λείπουν πολλά πράγματα αλλά ταυτόχρονα να βελτιώσουν, στο μέτρο των δυνατοτήτων τους, το επίπεδο της χώρας καθώς επίσης και να εγκαθιδρύσουν καθεστώς σχετικής δημοκρατίας. Και κυρίως προσπάθησαν να μας πείσουν πως υπάρχει ένα καλύτερο αύριο και πως αξίζει να παλέψεις γι' αυτό.
Οι αναμετρήσεις με τη ζωή
Εμείς, αν εξαιρέσουμε τον Μάη του '68, το κίνημα ενάντια στον Πόλεμο του Βιετνάμ και, όσον αφορά τα δικά μας, το Πολυτεχνείο, που ήταν και οι τελευταίες μας αναμετρήσεις με τη ζωή, κατορθώσαμε μέσα σε λίγα μόνο χρόνια που είμαστε στα πράγματα να αναιρέσουμε μια για πάντα τα ιδανικά των γονιών μας και να τα αντικαταστήσουμε με «τον νόμο της ζούγκλας».
Και μην ξεχνάμε πως δεν μας ανάγκασαν στη μετάλλαξη αυτή οι δυσκολίες της ζωής αλλά αντίθετα οι ευκολίες της. Είμαστε η γενιά η χωρίς όραμα, η γενιά των ευνοημένων.
Δεν είμαι ρομαντικός. Γνωρίζω πως ο κόσμος ανέκαθεν ήταν μια «ζούγκλα», ένα πρωτόγονο οικοσύστημα μέσα στο οποίο επιβιώνει ο πιο δυνατός αλλά ως χθες αυτή η γνώση ήταν κάτι που μας έκανε ελαφρά να ντρεπόμαστε, γιατί δεν μας άρεσε να ανακαλύπτουμε πόσα λίγα χρόνια είχαν περάσει από τότε που οι άνθρωποι είχαν ουρά και ζούσαν στα δέντρα. Σήμερα η ψευδαίσθηση πως οι κοινωνίες των ανθρώπων θα μπορούσε να ήταν κάτι καλύτερο από ρωμαϊκές αρένες έχει χαθεί για πάντα και ο νόμος της ζούγκλας είναι ο απόλυτος νόμος.
Είμαστε μια γενιά κακομαθημένη. Σαν παιδιά που δεν τους αρνήθηκαν ποτέ τίποτε, μπήκαμε μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο παιχνίδια και αντί να παίξουμε με αυτά αρχίσαμε να τα καταστρέφουμε ένα ένα. Το να είναι μια γενιά κακομαθημένη δεν σημαίνει να είναι εύπορη ή ευνοημένη ή προστατευμένη από τις δυσκολίες της ζωής. Σημαίνει να είναι εύπορη, ευνοημένη και προστατευμένη από τις δυσκολίες της ζωής και να μην το ξέρει. Η μετά το '45 γενιά υπήρξε, ως πρόσφατα, απαλλαγμένη από τον φόβο των ανίατων ασθενειών ή της μαζικής ανεργίας. Λίγο - πολύ μεγάλωσε με την αίσθηση πως εύ
κολα μπορεί κανείς να διαχωρίσει το σεξ από την αναπαραγωγή και είναι η πρώτη γενιά στην ιστορία της ανθρωπότητας που μεγάλωσε με την αίσθηση αυτή. Με πολύ λίγα χρήματα είχε στη διάθεσή της τα μεγαλύτερα βιβλία που γράφτηκαν ποτέ. Η δωρεάν εκπαίδευση ήταν δικαίωμα, όχι προνόμιο. Και όμως, από τη στιγμή που ο πρώτος babyboomer άρχισε να γκρινιάζει η γκρίνια δεν σταμάτησε ποτέ. Το μόνο που κάνουμε καλά ως γενιά είναι να γκρινιάζουμε για τα πάντα, χωρίς ούτε μια στιγμή να είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε κάτι γι' αυτά.
Το 1941 κυκλοφόρησε το βιβλίο «Τι κυνηγάει τον Σάμι», του Μπαντ Σούλμπεργκ. Ηταν το πορτρέτο του Σάμι Γκλικ, ενός ημιμαθούς και φιλόδοξου ανθρώπου, που ξεκινάει από κλητήρας για να γίνει μεγιστάνας του Χόλιγουντ, με μοναδικά όπλα το αδίστακτο του χαρακτήρα του και το πρωτόγονο των ενστίκτων του. Σκοπός του συγγραφέα ήταν να σκιαγραφήσει έναν αποτρόπαιο ανθρώπινο χαρακτήρα, έναν χαρακτήρα που δεν διστάζει να προδώσει τα πάντα ή να πατήσει επί πτωμάτων προκειμένου να επιτύχει. Ηθελε, όπως γράφει ο ίδιος, «να περιγράψω ένα ανθρώπινο μοντέλο προς αποφυγήν». Τη δε
καετία του '80 ο Σούλμπεργκ άρχισε να παίρνει διάφορα γράμματα, από νεαρούς κυρίως ανθρώπους, στα οποία τον ευχαριστούσαν γιατί στον Σάμι είχαν επιτέλους ανακαλύψει τον αγαπημένο τους ήρωα.
Είμαστε η γενιά που τα έκανε όλα και τα απέρριψε όλα χωρίς πραγματικά να αγαπήσει τίποτε: στα 60ς έκανε τη σεξουαλική επανάσταση και πειραματιζόταν με το LSD κάτω από τις οδηγίες του Τίμοθι Λίρι. Στα 70ς ανακάλυπτε τις μακρινές Ινδίες, τις ανατολίτικες φιλοσοφίες και την ηρωίνη. Στα 80ς αποφάσιζε πως όλα αυτά είναι βλακείες, πως το μόνο που μετράει είναι το χρώμα της πιστωτικής σου κάρτας και ο πνευματικός αυνανισμός της κοκαΐνης. Και στα 90ς τραμπαλίζει ανάμεσα στους κρυστάλλους, στις χαρτορίχτρες, στην έκσταση και στο ασφαλές σεξ. Και τι βγήκε από όλα αυτά; Οι π
ιστοί του Prosac, με τα καλογυμνασμένα σώματα και τα άδεια μάτια. Η γενιά με τα ανθρωπόμορφα ζόμπι χωρίς ψυχή, χωρίς συναισθήματα, χωρίς αίσθηση ευθύνης, χωρίς οίκτο, χωρίς αντιδράσεις. Μια ολόκληρη γενιά που ναρκωμένη από τον ευδαιμονισμό της κατανάλωσης, προσπαθεί να ανακαλύψει το δικό της σημείο G.
Τι απέγινε αλήθεια η επανάσταση; Την ξεχάσαμε εντελώς. Αφεθήκαμε χωρίς αντίσταση στη νέα ολοκληρωτική εξουσία της κατανάλωσης, που με την ψευτοανοχή της, σαν τεράστια αμοιβάδα, αποδέχεται και αφομοιώνει όλες τις εναντίον της αντιδράσεις, αντιρρήσεις και επαναστάσεις. Ετσι και εμείς κάναμε επανάσταση την αποδοχή. Αποδεχόμαστε τα πάντα γύρω μας χωρίς να κάνουμε τίποτε για να σταματήσουμε ή να αλλάξουμε τη ροή των πραγμάτων. Μας λένε πως ο πλανήτης χάνεται και το μόνο που μας νοιάζει είναι πότε θα ξεπληρώσουμε το καινούριο αυτοκίνητο. Μας λένε πως το τέλος
του κόσμου έρχεται και εμείς σκεφτόμαστε μόνο τι θα φορέσουμε για να το υποδεχθούμε. Μας λένε πως ο μισός κόσμος πεινάει και εμείς διαλέγουμε light προϊόντα από τα ράφια των σουπερμάρκετ. Μας λένε πως το σύστημα είναι διεφθαρμένο και το μόνο που μας απασχολεί είναι πότε θα ενταχθούμε σε αυτό και όχι βέβαια για να το καταρρίψουμε εκ των έσω. Οι μόνοι που θυμούνται την επανάσταση είναι τα ΜΜΕ, που κάνουν αφιερώματα στον Μάη του '68 και η τρομοκρατική οργάνωση Κόκκινος Στρατός που ανακοίνωσε πρόσφατα τη διάλυσή της. Ακόμη και οι τρομοκράτες της γενιάς αυτής παρα
δέχονται την αποτυχία τους.
Αποτύχαμε να πείσουμε τους εαυτούς μας πως αξίζει να παλέψουμε και να αγωνιστούμε για κάποιο ιδανικό πέρα από τις παγκόσμιες εισπράξεις της ταινίας «Τιτανικός» και αυτή την αποτυχία την περάσαμε γενετικά στα παιδιά μας που αν ο Φρόιντ είναι σωστός, θα είναι η πρώτη γενιά που δεν θα ενηλικιωθεί ποτέ, μια και δεν έχει κανένα πατρικό ή μητρικό πρότυπο για να καταρρίψει.
Η εξουσία του εργοδότη
(Εικόνα μεγέθους: 16841 bytes)
Μέσα στα χαρακώματα της οικογένειας - πυρήνα, (μαμά - μπαμπάς - παιδί), όπου έχουμε περιχαρακωθεί μετά τη διάλυση της ευρύτερης οικογένειας (παππούδες, γιαγιάδες, θείοι, εξαδέλφια), η εξουσία δεν είναι πια στα χέρια του πατέρα και της μητέρας, αλλά στα χέρια του εργοδότη που τους απασχολεί. Κανένα παιδί σήμερα δεν θέλει να μοιάσει στον πατέρα του, όλα θέλουν να μοιάσουν στο αφεντικό του.
Μας είναι άγνωστες οι έννοιες της αντίστασης, της συμμετοχής και της θυσίας. Στο μόνο που αντιστεκόμαστε είναι η συνειδητοποίηση, στο μόνο όπου συμμετέχουμε είναι η κατανάλωση και οι μόνες θυσίες που κάνουμε αφορούν αποκλειστικά τον οικονομικό μας προϋπολογισμό. Δημιουργήσαμε ένα κοινωνικό μοντέλο στο οποίο όλα μας ωθούν να προσπαθήσουμε να γίνουμε πλουσιότεροι και τίποτε δεν μας σπρώχνει να γίνουμε λίγο καλύτεροι. Λατρεύουμε τον Μαμμωνά, τη Μαντόνα και άλλα είδωλα φτιαγμένα από χρυσάφι. Δεν έχει σημασία αν είμαστε καλοί η κακοί, σημασία έχει τι αυτοκί
νητο οδηγούμε. Παλιότερα είχαμε αξίες, σήμερα έχουμε αγαθά. Δεν μας νοιάζει πως όλοι θα πάμε στην κόλαση. Το μόνο που κοιτάμε είναι πως μερικοί από μας ταξιδεύουν για κει με ακριβά αυτοκίνητα. Σαν τα σκυλιά του Παβλόφ τρέχουν τα σάλια μας κάθε φορά που βλέπουμε κάτι που δεν έχουμε, κάθε φορά που η ημίγυμνη γκόμενα ή ο σέξι τύπος στην τηλεόραση μας προτείνει να αγοράσουμε κάτι που δεν χρειαζόμαστε. Δεν αγοράζουμε πλέον πράγματα επειδή τα έχουμε ανάγκη αλλά επειδή ακόμη δεν τα έχουμε αποκτήσει.
Φτιάξαμε έναν κόσμο γεμάτο καταναλωτικά ρομπότ και εγωπαθείς ημιάγριους που ψάχνουν για επιβεβαίωση στα πιο λάθος μέρη. Ταυτίσαμε την ολοκλήρωση με την επιτυχία. Πήραμε πολύ στα σοβαρά το δόγμα Μονρόε, την εξυπνακίστικη ατάκα που αποδίδουν στη Μέριλιν: «Είναι καλύτερα να κλαις μέσα σε μια λιμουζίνα παρά να κλαις στο τρόλεϊ». Επικεντρώσαμε την ύπαρξή μας στη λιμουζίνα και ξεχάσαμε να κλαίμε. Μεταλλάξαμε τις έννοιες πνευματική πρόοδος, ηθική ολοκλήρωση και κοινωνική πρόνοια και τις αντικαταστήσαμε με έννοιες όπως πληθωρισμός, οικονομική ανάκαμψη και ιδι
ωτική πρωτοβουλία.
Η μόνη πραγματικά επιτυχημένη επανάσταση της γενιάς μας ήταν η απελευθέρωση των γυναικών αλλά, όπως λέει και ο Νόρμαν Μέιλερ, «θα έπρεπε να αναρωτηθούμε για ποιον λόγο πέτυχε η επανάσταση αυτή. Για έναν πολύ καλό λόγο. Γιατί ήταν τέλεια για τα συμφέροντα της εταιρείας... Μπαίνεις μέσα στο αεροπλάνο από τη Βοστώνη στην Νέα Υόρκη και τι βλέπεις; Γυναίκες και καλοραμμένα ταγέρ που κουβαλάνε τα φορητά τους κομπιούτερ, μοιάζουν με θηλυκά αντίτυπα αντρών, εργάζονται για την εταιρεία και είναι περήφανες γι' αυτό. Και εκεί που παλιότερα οι άντρες αισθάνονταν ένα μι
κρό αίσθημα ντροπής γιατί καταλάβαιναν πως δουλεύοντας για την εταιρεία κάτι μέσα τους πέθαινε, οι γυναίκες αισθάνονται υπερηφάνεια γιατί έχουν αντικαταστήσει την εταιρεία με την οικογένεια».
Η βόμβα της Χιροσίμα και η δολοφονία του Κένεντι δεν είναι τυχαία ορόσημα. Είναι δύο σημεία στον χωροχρόνο στα οποία οι άνθρωποι ποτίστηκαν με δύο γενναίες μεγαδόσεις καθαρού, αγνού κυνισμού. Η ρήψη της ατομικής βόμβας ήταν η επίγνωση πως στον ορίζοντα της realpolitic ανέτειλε μια νέα υπερυπερδύναμη, η Αμερική, που είχε στα χέρια της αποκαλυπτικά όπλα και δεν θα δίσταζε να τα χρησιμοποιήσει. Η βόμβα στη Χιροσίμα ήταν επίσης η απόδειξη πως οι Αμερικανοί δεν είχαν ανάγκη πλέον τους Ρώσους για να κάνουν στάχτη την Ιαπωνία και άρχισαν να υποχωρούν στα όσα είχαν συμ
φωνήσει στη Γιάλτα με τον Στάλιν, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορούσε τις αποζημιώσεις της Γερμανίας προς τους Ρώσους. Οπως γράφει και ο Γκορ Βιντάλ: «Από τον Μάιο του 1946 αρχίσαμε (σ.σ.: οι Αμερικανοί) να επανοπλίζουμε την Γερμανία. Ο Στάλιν τρελάθηκε από αυτή την προδοσία. Ο Ψυχρός Πόλεμος είχε αρχίσει».
Η δολοφονία του προέδρου Κένεντι μας αποκάλυψε την ουσιαστική μεταφορά της εξουσίας από την παραδοσιακή πολιτική σε κάτι άλλο, απροσδιόριστο και ζοφερό, που εκείνη την εποχή αποκαλούσαν «σκοτεινά συμφέροντα». Υστερα από αυτό καταλάβαμε πως το παιχνίδι δεν το έπαιζαν πλέον οι πολιτικοί αλλά κάποιοι άλλοι, που βρίσκονταν πίσω από αυτούς. Ηταν δύο ψυχρολουσίες που είχαν αποτέλεσμα να κάνουν τον κυνισμό παντιέρα μιας ολόκληρης εποχής.
Η τηλεόραση επίσης έπαιξε καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωση των babyboomers. Είμαστε τα πρώτα παιδιά της τηλεόρασης ή, για να είμαστε ακριβείς, τα πρώτα εγγόνια της. Η τηλεόραση έχει πλέον γίνει η γιαγιά που όλα τα γνωρίζει, όλα τα αποκαλύπτει και όλα τα μεταδίδει σε απευθείας μετάδοση. Για τη γενιά ύστερα από μας η τηλεόραση έχει γίνει η μητέρα και η νταντά. Τα πρόσφατα περιστατικά βίας στα αμερικανικά σχολεία αποδεικνύουν πως στις αμερικανικές μεγαλουπόλεις κυκλοφορεί ένα νέο είδος αρπακτικού, πιτσιρίκια που έχουν μεγαλώσει με την τηλεόραση να βομβαρδίζει τα πι
ο ευαίσθητα χρόνια τους, την ηλικία πριν από τα επτά, στην οποία ο άνθρωπος δεν μπορεί ακόμη να ξεχωρίσει τη διαφορά ανάμεσα στην πραγματικότητα και στην αναπαράσταση της πραγματικότητας. Αυτά τα παιδιά μεγαλώνουν με την αίσθηση πως ο κόσμος εκεί έξω είναι ο κόσμος που δείχνει η τηλεόραση και έτσι όταν βγαίνουν σε αυτόν κάνουν αυτά που έχουν δει: κλέβουν, ληστεύουν, σκοτώνουν, πυρπολούν, κυνηγούν και ξυλοκοπούν οτιδήποτε κινείται.
Η επιμονή μου στην αμερικανική πραγματικότητα δεν είναι τυχαία. Αν θες να δεις τι σου επιφυλλάσει το μέλλον, δεν χρειάζεται παρά να ρίξεις μια ματιά σε αυτόν που έφθασε εκεί πριν από σένα. Εξάλλου όλοι έχουμε λίγο - πολύ αφεθεί στο Αμερικανικό Ονειρο, από το οποίο θα ξυπνήσουμε μια μέρα ουρλιάζοντας. Δεν είμαστε εμείς που αγοράζουμε στα παιδιά μας λαμπάδες Power Ranger για να πάνε στην Ανάσταση; Δεν είναι η Αμερική κάτω από την ηγεσία ενός babyboomer προέδρου, του Μπιλ Κλίντον, που αρνήθηκε να υπογράψει τη συμφωνία για τη μείωση των βιομηχανικών ρύπων, με αποτέλεσμα να
καταρρεύσει η πρόσφατη σύνοδος για το περιβάλλον στο Κιότο; Δεν είμαστε εμείς που ανησυχούμε για το περιβάλλον του πλανήτη μας; Δεν είμαστε εμείς αυτοί που ρυπάναμε και συνεχίζουμε να ρυπαίνουμε και να καταστρέφουμε το περιβάλλον αυτό όσο ποτέ κανένας άλλος στην Ιστορία;
Ας σταθούμε για λίγο στον Μπιλ Κλίντον, την επιτομή των babyboomers. Τι είναι ακριβώς ο Κλίντον; Είναι ένας πρόεδρος που ρούφηξε αλλά δεν εισέπνευσε (μαριχουάνα), ένας πολιτικός που προσπάθησε αλλά δεν τα κατάφερε (να αναμορφώσει το εθνικό σύστημα υγείας), ένας άντρας που κατηγορήθηκε αλλά δεν αμάρτησε (Πόλα Τζόουνς), ένας πλανητάρχης που απείλησε αλλά δεν μπόρεσε να φοβίσει τον εχθρό του (Ιράκ). Κλασικό παράδειγμα ανθρώπου με φουσκωμένο εγώ και αδύναμη ταυτότητα.
Η πολιτιστική κλωνοποίηση
Η νευρωτική κατανάλωση στην οποία έχουμε αφεθεί έχει αποτέλεσμα την εξομοίωση των πάντων. Η κλωνοποίηση των ανθρώπων σε πολιτιστικό επίπεδο έχει αρχίσει εδώ και καιρό. Οσοι τρομάζουν με τα τελευταία επιτεύγματα της γενετικής, που υπόσχονται να κάνουν πραγματικότητα τις εφιαλτικές προφητείες του Οργουελ, δεν έχουν παρά να ρίξουν μια ματιά γύρω τους. Θα διαπιστώσουν τότε πως δεν θα έπρεπε να μας φοβίζει ένα μέλλον με όμοιους ανθρώπους, τη στιγμή που μας αφήνει αδιάφορους το παρόν που είναι γεμάτο ολόιδιους ανθρώπους. Ανθρώπους που μπορεί να μην έχουν τα ί
δια χαρακτηριστικά αλλά φορούν τα ίδια ρούχα, έχουν τις ίδιες αξίες, ακούν την ίδια μουσική, βλέπουν τις ίδιες ταινίες, έχουν τα ίδια όνειρα, θαυμάζουν τους ίδιους ήρωες, αφομοιώνουν τις ίδιες άχρηστες πληροφορίες και καταναλώνουν τα ίδια άχρηστα αγαθά.
Ανθρώπους που ο ένας μετά τον άλλον πετούν τις προσωπικές αποσκευές της ιδιαίτερης κουλτούρας και της πολιτιστικής ταυτότητας και τρέχουν να προλάβουν και αυτοί το τρένο της προόδου και της ανάπτυξης. Το τρένο που θα τους οδηγήσει μια ώρα αρχύτερα στη Νιρβάνα των Σουπεμάρκετ, στο τρένο της μεγάλης αποφυγής.
Μέσα στο τρένο αυτό άλλοι απολαμβάνουν την πολυτέλεια του VIP Room, άλλοι την άνεση της πρώτης θέσης, άλλοι τη μικροαστική θαλπωρή της δεύτερης και άλλοι στριμώχνονται στα βρώμικα κουπέ της τρίτης, παρέα με τους λαθρομετανάστες. Πάντως σς ολόκληρο το τρένο αόρατα μεγάφωνα μεταδίδουν τις τελευταίες κραυγές των Spice Girls, τεράστιες γιγαντοοθόνες προβάλλουν τον «Τιτανικό» και σε κάθε βαγόνι πανομοιότυπα φαστφουντάδικα πουλούν πανομοιότυπα χάμπουργκερ.
Σιγά σιγά οι καλωδιωμένοι επιβάτες αρχίζουν και χάνουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους. Οταν είναι μόνοι σιγοψιθυρίζουν τους ίδιους σκοπούς, όταν κλείνουν τα μάτια κάνουν τα ίδια όνειρα και όταν πέφτουν σε κατάθλιψη είναι γιατί απέτυχαν στο ίδιο μοντέλο - πρότυπο. Οταν βγαίνουν από το τρένο, είναι όλοι ίδιοι.
Ακόμη και τα χαρακτηριστικά του φύλου μας έχουν αρχίσει να εκφυλίζονται. Η τελευταία μόδα που θέλει τα αγόρια να μοιάζουν με κορίτσια και τα κορίτσια με αγόρια δεν είναι απλώς ένα trend, ένας συρμός. Πίσω από το ανδρόγυνο look κρύβεται η προσπάθεια εξομοίωσης της καταναλωτικής μάζας, προκειμένου όσο το δυνατόν περισσότεροι άνθρωποι να αγοράζουν το ίδιο προϊόν.
Πριν από σχεδόν 100 χρόνια ο Νίτσε με τη φιλοσοφική του δήλωση «Ο Θεός πέθανε» είχε προβλέψει και περιγράψει με κρυστάλλινη διαύγεια και με τρεις μόνο λέξεις αυτό που βιώνει σήμερα η γενιά των babyboomers μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο των αναπτυγμένων και υπό ανάπτυξιν κοινωνιών, δυτικού τύπου. Μια ματιά γύρω μας αρκεί για να αντιληφθούμε πως στον κόσμο που διαμορφώσαμε ο Θεός έχει πεθάνει, τουλάχιστον μέσα στη συνείδηση και στις καρδιές των ανθρώπων. Από το 1973 ήδη ο Παζολίνι έγραφε: «Το σύγχρονο μοντέλο του Νέου Αντρα και της Νέας Γυναίκας, που τόσο αθόρυβα και τόσο α
πόλυτα μας επιβάλλει η "φιλελεύθερη" εξουσία της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και εμείς τόσο απόλυτα έχουμε αποδεχθεί, δεν εμπεριέχει κανένα ανθρωπιστικό, ιδεολογικό, πνευματικό και κατ' επέκτασιν θρησκευτικό στοιχείο».
Οι κρύσταλλοι και οι χαρτορίχτρες, οι πιστοί του Ναού του Ηλίου που δηλητηριάζουν το μετρό του Τόκυο, η Μαντόνα που μελετάει την Καββάλα, οι αυτόχειρες που πάνε να συναντήσουν τους εξωγήινους, ο Τομ Κρουζ, οι σατανιστές και οι σαϊεντολόγοι δεν εκφράζουν παρά τον θάνατο του Θεού. Οταν οι άνθρωποι δεν πιστεύουν σε Αυτόν, θα πιστέψουν σε οτιδήποτε. Εστω και αν αυτό είναι ένας τυφλός παρανοϊκός που τους λέει πως η σωτηρία είναι να χτυπήσουν το μετρό με δηλητηριώδη αέρια.
Βλέπω τους συμβιβασμένους της γενιάς της μεγάλης ανατριχίλας, δεμένους με τις ζώνες, προστατευμένους από τους αερόσακους, να τρέχουν με τα καινούρια τους αμάξια βρίζοντας αλλήλους και θέλω να τους φωνάξω: Μα γιατί τρέχετε; Για να προλάβετε το επόμενο ραντεβού με τον ψυχαναλυτή σας; Γιατί προστατεύετε τους εαυτούς σας; Για να αποσυρθείτε κάποτε με μια καλή σύνταξη και μια καλή συνταγή για αντικαταθλιπτικά;
Τι κυνηγάει όλους εμάς τους Σάμι, εκτός από την επίγνωση πως είμαστε υπεύθυνοι γιατί είμαστε αυτοί που έφεραν το τέλος του πολιτισμού, την εποχή της αγριότητας;
Saturday, March 19, 2005
TV Guide - 20/03/05
Ενα τρελό τηλεοπτικό τριήμερο ενός τρελού καρναβαλιού!
Ιστορίες δόξας ή υστερίες λόξας;
Υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που παρακολουθούν Fame Story? Αυτή η απορία μου βασάνιζε το μυαλό βλέποντας, εντελώς τυχαία, το Κυριακάτικο live του γνωστού ριάλιτι τηλεπαιχνιδιού. Αν κρίνω από τα νούμερα της τηλεθέασης η απάντηση στο υπαρξιακό μου ερώτημα είναι ναι, αλλά μου είναι εντελώς αδιανόητο το "γιατί;".
Οφείλω να ομολογήσω ότι είχα καιρό να παρακολουθήσω τα διαδραματιζόμενα στο Fame Story και ώς εκ τούτου δεν ήμουν ενήμερος για τις διάφορες κοσμογονικές αλλαγές που είχαν στο μεταξύ γίνει, είτε στο πάνελ των κριτών, είτε στους έγκλείστους. Ομως αυτό δεν με εμπόδισε να βυθιστώ αμέσως στο γνωστό, γνώριμο, ζοφερό Μάελστρομ της κατατονίας, στο οποίο βυθίζομαι κάθε φορά που βρίσκομαι αντιμέτωπος με τα δρώμενα στην Ακαδημία της Ανοησίας.
Η απόφαση του ΑΝΤ1 να παρατείνει το παιχνίδι για ένα ολόκληρο τρίμηνο μπορεί να εξυπηρετεί τα συμφέροντα της δισκογραφικής εταιρείας Heaven, αλλά έχει καταστροφικά αποτελέσματα για τις αντοχές των τηλεθεατών. Μετά απ όλες αυτές τις ατέλειωτες εβδομάδες τα πάντα σ αυτό το σώου σέρνονται - από τις απίστευτες ουρές στα φορέματα της Τατιάνας Στεφανίδου, μέχρι τις άκαιρες στυλιστικές "βόμβες" του Ν. Μουρατίδη, μέχρι τα άστοχα σχόλια του Σ. Ρόκκου, μέχρι τις σχέσεις και τους λαρυγγισμούς των διαγωνιζόμενων. Εχει κανείς την εντύπωση ότι αυτό το Fame Story είναι το πρώτο τηλεπαιχνίδι στο οποίο δεν θα υπάρχουν νικητές, αλλά θα είναι όλοι χαμένοι.
Εδώ καρνάβαλοι καίγονται ....
Στην ταινία του Στάνλευ Κιούμπρικ "Κουρδιστό Πορτοκάλι" ο πρωταγωνιστής υποβάλλεται σε μια ιδιόμορφη λοβοτομή εξαναγκαζόμενος να παρακολουθεί σε μια μεγάλη οθόνη αποτρόπαιες εικόνες. Κάπως έτσι θα πρέπει να νοιώθουν και οι τηλεθεατές κάθε χρόνο όταν παρακολουθούν στη μικρή οθόνη τις αναμεταδόσεις από τις αποκριάτικες παρελάσεις ανά την επικράτεια.
Από τον καρνάβαλο της Πάτρας, μέχρι αυτό του Μοσχάτου και της Κρυοπηγής (σας ορκίζομαι πως το μετέδιδε κάποιο κανάλι, δεν θυμάμαι ποιο) τα ελληνικά καρναβάλια εισβάλουν μέσα στα σπίτια μας από τις τηλεοπτικές οθόνες, κουβαλώντας μαζί τους έναν απίστευτο συνοθύλευμα από φτηνά τούλια, ημίγυμνες καλλονές, αποκαλυπτικά ντεκολτέ, "αστείες" μεταμφιέσεις, παράλογο κέφι, τρελό γλέντι, πούλιες, στρας και φτερά από ρόζ κοτόπουλα.
Οι αναμεταδόσεις που έχουν παραμείνει οι ίδιες από την εποχή που ο Αλκης Στέας παρουσίαζε το καρναβάλι στην Πάτρα το μόνο που καταφέρνουν είναι να μας στέλνουν σύσσωμους σ ένα μακρυνό παρελθόν όπου βασιλεύουν τα κλισέ του τύπου "το κέφι των καρναβαλιστών κάνει το Πατρινό καρναβάλι, βασιλιά της ελληνικής αποκριάς".
Δεν υπάρχει ίσως τίποτα πιο θλιβερό από το να είσαι μόνος στο σπίτι και να παρακολουθείς τη μικρή οθόνη να ξεχειλίζει από κέφι, μελαγχολία, καυτά πλάνα από τα στήθη σοκολατόχρωμων χορευτριών και ανόητες γκριμάτσες καρναβαλιστών.
Ζούμε μια τραγωδία...
Δεν ήσαν λίγοι όσοι προέβλεπαν ότι ο ρόλος του βασικού ανταγωνιστή του Fame Story θα πέσει πολύ βαρύς για τους αενάως λικνιζόμενους ώμους του γνωστού μίμου Τ. Ζαχαράτου. Ομως κανείς δεν φανταζόταν ότι το σώου "Ζώ ένα δράμα" θα ερχόταν εν έτει 2005 να μας θυμίσει την εποχή που μεσουρανούσε στην ελληνική επιθεώρηση η ... Σπεράντζα Βρανά. Γιατί κάπου εκεί μας έστειλε αδιάβαστους το εν λόγω σώου το οποίο την προηγούμενη Κυριακή άνοιξε με την παλιά καλτ επιτυχία του Γ. Μαρίνου "Κουκουρουκουκού σουπίτσα".
Η γενική εικόνα θυμίζει κάτι που το έχουμε ξαναδεί, που το έχουμε ξανακούσει, που παλιότερα μας έκανε να γελάμε ίσως, αλλά σήμερα μας κάνει να κοιτάμε με απάθεια το γυαλί.
Δυστυχώς χρειάζονται πολύ περισότερα από ακκισμούς και πλαστικά φρούτα στο κεφάλι για να πετύχει ένα τέτοιο τηλεοπτικό διάβημα. Θέλει επαφή με την πραγματικότητα, θέλει κοφτερό χιούμορ, θέλει λιγότερο άγχος και καλύτερα κείμενα, θέλει, θέλει ... δεν γνωρίζω τι ακριβώς θέλει, αλλά ό,τι κι αν είναι αυτό το Ζώ ένα Δράμα δεν το διαθέτει, με αποτέλεσμα οι τηλεθατές που το παρακολουθούν να ζουν μια τραγωδία.
Wednesday, March 09, 2005
a piece about bloggers ... TO BHMA 05/03/05
Τα ιστολόγια, γνωστά ώς blogs, είναι η νέα μόδα που σαρώνει το Διαδίκτυο. Πρόκειται για προσωπικά online ημερολόγια τα οποία αναφέρονται σε μία μεγάλη γκάμα θεμάτων - από την πολιτική, μέχρι την τεχνολογία, την διανόηση και τις τέχνες. Οι ιστοσελίδες αυτές έκαναν τόσο μεγάλη αίσθηση την περασμένη χρονιά ώστε το λεξικό Meridien Webster ανακήρυξε τη λέξη μπλογκ σε λέξη της χρονιάς.
Υπάρχουν μπλοκγς για όλα τα ενδιαφέροντα και για όλα τα γούστα. Αυτή τη στιγμή μπορεί κανείς να βρει εκατομμύρια από αυτά στο Διαδίκτυο και υπολογίζεται ότι κάθε 7,5 λεπτά ένα νέο κάνει την εμφάνισή του.
Οι ιστοσελίδες αυτές έχουν καταφέρει μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα να αλλάξουν για πάντα το πρόσωπο της ηλεκτρονικής δημοσιογραφίας. Μια σειρά αποκαλύψεων που είδαν το φως της δημοσιότητας στις σελίδες κάποιου μπλόγκερ - η γκάφα του Νταν Ράδερ με τα παραποιημένα ντοκουμέντα για την θητεία του Τζορτζ Μπους, τα άστοχα σχόλια του διευθυντή ειδήσεων του CNN Ισον Τζόρνταν, οι γαργαλιστικές αποκαλύψεις για την ιδιωτική ζωή του Τζεφ Γκάνον, ενός "δημοσιογράφου" που έκανε ερωτήσεις - πάσες στον αμερικανό πρόεδρο - είχαν σαν αποτέλεσμα να εκτοξεύσουν την επισκεψιμότητα αυτών των δικτυακών τόπων στα ύψη.
Μετά την επιτυχία του Ματ Ντρατζ που αποκάλυψε πρώτος την υπόθεση Μόνικα Λιουίνσκι, ο εξαναγκασμός του Νταν Ράδερ σε παραίτηση ύστερα από την αποκάλυψη ενός μπλόγκερ ότι τα ντοκουμέντα που είχε παρουσιάσει και αφορούσαν στη θητεία του προέδρου Μπους ήσαν "αναξιόπιστα", ήταν η μεγαλύτερη μέχρι στιγμής επιτυχία των μπλόγκερς.
Το τελευταίο "σκάνδαλο" που αποκάλυψαν οι bloggers είναι το παρελθόν του "Τζεφ Γκάνον", ο οποίος σαν διευθυντής του γραφείου στην Ουάσιγκτον και ανταποκριτής στον Λευκό Οίκο του δημοσιογραφικού οργανισμού Ταλον Νιουζ έκανε ερωτήσεις - πάσες στον πρόεδρο Μπους κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων Τύπου.
"Οι μπλόγκερς ανέλαβαν τον δύσκολο ρόλο να καλύψουν το κενό που αφήνουν τα παραδοσιακά αμερικανικά μέσα μαζικής ενημέρωσης να δώσουν πίσω στην αμερικανική δημοσιογραφία τη χαμένη της τιμή" γράφει χαρακτηριστικά ο Τζέημς Γουόλκοτ, αρθογράφος του περιοδικού Vanity Fair, ο οποίος εδώ και λίγο καιρό δημοσιεύει στο Ιντερνετ το δικό του blog.
Η κάλυψη των γεγονότων που οδήγησαν στον πόλεμο στο Ιράκ, αλλά και του ίδιου του πολέμου ήταν μια πικρή ήττα της αμερικανικής δημοσιογραφίας. Μεγάλες εφημερίδες όπως οι New York Times αναγκάστηκαν να παραδεχθούν ότι ο τρόπος με τον οποίο παρουσίασαν την υπόθεση των όπλων μαζικής καταστροφής στο Ιράκ θα έπρεπε να βασιζόταν περισότερο στη δημοσιογραφική έρευνα και λιγώτερο στις διαβεβαιώσεις της κυβέρνησης Μπους. Η εφημερίδα έφτασε μάλιστα στο σημείο να ζητήσει συγνώμη από τους αναγνώστες τους κάτι που συνέβη για πρώτη φορά στα χρονικά. Στη συνέχεια όταν άρχισε ο πόλεμος οι πολεμικοί ανταποκριτές συνειδητοποίησαν ότι χάρη στους περιορισμούς που τους είχαν επιβάλει οι στρατιωτικές αρχές μπορούσε κανείς να καλύψει τον πόλεμο καλύτερα από μια πρωτεύουσα γειτονικής χώρας παρά μέσα στο ίδιο το Ιράκ.
Χάρη στους bloggers το Ιντερνετ διαμορφώνεται σιγά σιγά σε μια Πέμπτη Εξουσία, η οποία κινείται δίπλα στην Τέταρτη του παραδοσιακού Τύπου και καταφέρνει πολλές φορές να την ξεπερνάει καθώς οι bloggers μπορούν να κινηθούν πιο άμεσα και με λιγώτερους περιορισμούς από τους δημοσιογράφους. Ειναι στις ηλεκτρονικές λεωφόρους του Διαδικτύου που μαίνονται οι δημοσιογραφικές μάχες του σήμερα, καθώς οι διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στους μπλόγκερς και τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης γίνονται όλο και πιο θολές.
Ομως οι bloggers δεν περιορίζονται μόνο στην πολιτική και στις αποκαλύψεις. Οι ανταποκρίσεις τους από τις χτυπημένες από το τσουνάμι περιοχές της Νοτιονατολικής Ασίας πολλές φορές αποτύπωναν πιο ξεκάθαρα την κατάσταση που επικρατούσε στις πληγείσες περιοχές απ' ότι την αποτύπωναν οι μεγάλοι δημοσιογραφικοί οργανισμοί.
Στην Ελλάδα το τοπίο είναι ακόμα σε βρεφικό στάδιο. Οι έλληνες bloggers είναι ελάχιστοι και οι περισότεροι δεν ανανεώνουν τα ιστολόγιά τους και τόσο συχνά. Πάντως σιγά - σιγά η κατάσταση φαίνεται να αλλάζει αφού όλο και πιο συχνά κάνουν την εμφάνισή τους νέα blogs, με περιεχόμενο που ανανεώνεται με σχετική συχνότητα.
"Υπάρχει μια αίσθηση αμεσότητας την οποία δεν έχει πλέον ούτε η εφημερίδα, ούτε η τηλεόραση" λέει ένας έλληνας blogger
(http://manifestogr.blogspot.com). "Εγώ ξεκίνησα το δικό μου blog πριν λίγο καιρό δοκιμαστικά και οφείλω να ομολογήσω ότι μέχρι στιγμής η εμπειρία μου υπήρξε συναρπαστική. Το καλό με τα blogs είναι ότι γράφεις κάτι και η αντίδραση των αναγνωστών είναι άμεση" αναφέρει χαρακτηριστικά.
Πάντως ακόμα κι όταν το περιεχόμενο κάποιων blogs είναι πιθανόν ανιαρό τα περισότερα από αυτά προσφέρουν άμμεσες συνδέσεις οι οποίες είναι πολύ συχνά πολύ ενδιαφέρουσες.
Προσωπική Μαρτυρία
Ο Ν. Κ. είναι ο δημιουργός του ελληνικού μπλογκ με τίτλο BlogBusterGR. "Αρχισα να ασχολούμαι με το bloggin διαβάζοντας στον ξένο Τύπο για το επεισόδιο με τον τηλεπαρουσιαστή του CBS Νταν Ράδερ. Στη συνέχεια άρχισα να διαβάζω διάφορα blogs και όσο πιο πολύ ασχολιόμουν τόσο περισότερο αυξανόταν το ενδιαφέρον μου. Πολύ σύντομα σκέφτηκα να φτιάξω το δικό μου blog. Δεν γνώριζα πόσο εύκολο είναι μέχρι που διαβάζοντας ένα άλλο blog είδα πως μπορούσα με πολύ εύκολο τρόπο να δημιουργήσω το δικό μου. Οφείλω να ομολογήσω ότι είναι αρκετά εθιστικό. Η αίσθηση ότι μπορείς να γράψεις ο,τιδήποτε και να το δημοσιεύσεις στο Διαδίκτυο σε ελάχιστα δευτερόλεπτα και ταυτόχρονα να έχεις άμμεσο σχολιασμό από οποιονδήποτε τύχει να τα διαβάσει. Τα πράγματα με τους έλληνες bloggers είναι μέχρι στιγμής υποτονικά αλλά τον τελευταίο καιρό η ελληνική κοινότητα των bloggers φαίνεται σιγά-σιγά να αφυπνίζεται.
Πίνακας
Eλληνικά blogs που αξίζει να επισκεφθείτε :
Ιστολόγιον (http://histologion-gr.blogspot.com)
CrazyMonkey (http://icrazymonkey.blogspot.com)
ManifestoGR (http://manifestogr.blogspot.com)
Vita Moderna (http://vitamo.blogspot.com)
RealityTape (http://reality-tape.com)
Oneiros (http://isag.meng.auth.gr/blogentis/Oneiros
Χρήσιμες διευθύνσεις και ενδιαφέροντα blogs στο εξωτερικό:
blogcritics.com : Εδώ μπορείτε να βρείτε τα πάντα για τα blogs
blogspot.com : Μια καλή διεύθυνση για να ξεκινήσετε το δικό σας blog
tsunamihelp.blogspot.com : Βρείτε πληροφορίες για το πως μπορείτε ακόμα να προσφέρετε στα θύματα του τσουνάμι.
blog.zmag.org/bloggers/?blogger=chomsky : Το blog Νόαμ Τσόμσκι
dailykos.com : Ενα από τα blog με τη μεγαλύτερη επισκεψιμότητα.
Τα blogs αυτά είναι μια καλή αρχή για να εξερευνήσετε τον χώρο των blogger. Ολα προσφέρουν συνδέσεις για περισότερα.